Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2016

Απαντήσεις σε (εύλογα) ερωτήματα συναδέλφου, εν όψει των εκλογών.

Του Θανάση Θεοφιλόπουλου,
μέλους συνδυασμού "Προοπτική για την Κοινωνιολογία".

Αφορμή σύνταξης του κειμένου αυτού είναι η ανάρτηση ενός συναδέλφου Κοινωνιολόγου την 8η Δεκεμβρίου 2016 σε ομάδα του Facebook, σχετικά με τις επικείμενες εκλογές για το Δ.Σ. του Συλλόγου Ελλήνων Κοινωνιολόγων (18/12/2016). Παραθέτω αυτούσιο το κείμενο του συναδέλφου, διατηρώντας τη σύνταξη και την ορθογραφία του:

«Θα μου επιτρέψετε να κάνω ένα σύντομο σχολιασμό σχετικά με τις επικείμενες εκλογές του Συλλόγου.
Το κλίμα είναι τεταμένο και το επίπεδο της συζήτησης χαμηλό, τόσο χαμηλό που δεν αρμόζει σε επιστημονικό σωματείο.
Από τη μια έχουμε ένα απερχόμενο ΔΣ το οποίο ακόμα και σήμερα, 10 μέρες πριν τις εκλογές δεν έχει προβεί σε έναν επί της ουσίας απολογισμό της θητείας του παρά μόνο γενικόλογες τοποθετήσεις για θυσίες, κόπους και δυσκολίες και μπόλικη επίθεση στο άλλο ψηφοδέλτιο.
Από την άλλη, αντί να ακούσουμε προτάσεις, συγκεκριμένες τοποθετήσεις πάνω σε συγκεκριμένα ζητήματα, βλέπουμε μια ανταλλαγή χαρακτηρισμών που θυμίζει κακής ποιότητας δικομματισμό.
Ως εκ τούτου, για να μην περιστρέφομαι γύρω από την αρνητική όψη της μέχρι τώρα προεκλογικής περιόδου, θα ήθελα να θέσω από εδώ ορισμένα ζητήματα που θεωρώ σοβαρά και όποιος/α από τους/τις υποψήφιους/ες έχει τη διάθεση να απαντήσει -επί της ουσίας όμως, όχι με ευχολόγια για ενότητες κτλ.- ας το κάνει:
1. Διασφάλιση δικαιωμάτων εργαζόμενων Κοινωνιολόγων. Τι μπορούμε και τι πρέπει να κάνουμε ώστε να διασφαλιστούν τα δικαιώματά μας; Πως μπορεί ο Σύλλογος να προχωρήσει άμεσα στην απόκτηση ξεκάθαρης εργασιακής ταυτότητας του Κοινωνιολόγου; Μπορούμε και αν ναι πότε και πως να έχουμε καθηκοντολόγιο;
2. Άνεργοι Κοινωνιολόγοι: Μέτρα στήριξης των άνεργων συναδέλφων μας.
3. Οργάνωση και λειτουργία επιτροπών του Συλλόγου. Ποιες επιτροπές πιστεύετε ότι μπορούν και χρειάζεται να λειτουργήσουν εντός του Συλλόγου. Να λειτουργήσουν όμως, όχι απλά να οριστούν.
4. Εξωστρέφεια Συλλόγου. Κρίνεται απαραίτητο από όλους ότι τα μέσα που διαθέτει ο ΣΕΚ (ιστοσελίδα, λογαριασμοί, Περιοδικό) χρειάζονται ανανέωση ή δημιουργία από την αρχή;
5. Ταυτότητα Συλλόγου. Τι θέση θα πάρουμε ως Σύλλογος σε μεγάλα ζητήματα όπως η οικονομική κρίση, το προσφυγικό, η άνοδος της ξενοφοβίας και του φασισμού; Πως; Με ποιους τρόπους θα παρέμβουμε εκτός από απλές αναφορές;
6. Κινητοποίηση μελών. Κανείς δεν είναι ικανοποιημένος από τη συμμετοχή των μελών του Συλλόγου. Γιατί όμως υπάρχει αυτή η κατάσταση; Τι μπορούμε να κάνουμε για να αντιστραφεί;
7. Εκπαίδευση. Θα συνεχίσει η δουλειά που έγινε όλα τα προηγούμενα χρόνια προκειμένου να αναβαθμιστεί ο ρόλος της Κοινωνιολογίας στο σχολείο; Και αν ναι, με ποιους τρόπους και ποιους στόχους.
Θα παρακαλούσα αν μπει κάποιος/α στον κόπο να απαντήσει, να το κάνει με συγκεκριμένες προτάσεις. Προσωπικά βαρέθηκα να ακούω γενικόλογα σχόλια, κριτικές, ευχολόγια και επικλήσεις στην ενότητα.
Ευχαριστώ προκαταβολικά!».

Το κείμενο αυτό θέτει ορισμένα εύλογα ερωτήματα και είμαι σίγουρος ότι πολλοί-ες συνάδελφοι Κοινωνιολόγοι έχουν ακριβώς τα ίδια ή παρόμοια ερωτήματα. Ανταποκρινόμενος στο κάλεσμα και στην αγωνία του συναδέλφου μας, θα προσπαθήσω να απαντήσω στα ερωτήματα αλλά και στις εκτιμήσεις του, με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη συντομία και ταυτόχρονα σαφήνεια.

Αρχικά, θα ήθελα να απαντήσω στην εκτίμηση του συναδέλφου μας ότι ¨αντί να ακούσουμε προτάσεις, συγκεκριμένες τοποθετήσεις πάνω σε συγκεκριμένα ζητήματα, βλέπουμε μια ανταλλαγή χαρακτηρισμών που θυμίζει κακής ποιότητας δικομματισμό¨.

Ο ανεξάρτητος συνδυασμός μας έχει ήδη παρουσιάσει δημόσια – για πρώτη φορά στην ιστορία του Συλλόγου μας – ένα Όραμα για τον Σ.Ε.Κ. και ένα αναλυτικό Πρόγραμμα Θέσεων, με δύο βασικούς άξονες: «Προώθηση Επιστημονικών και Επαγγελματικών ζητημάτων» και «Πλήρης αναδιοργάνωση του Συλλόγου Ελλήνων Κοινωνιολόγων». Ο συνδυασμός μας δεν έχει κάποια κρυφή ατζέντα ούτε – ακόμα χειρότερα – ανύπαρκτη ατζέντα. Έχει θέσει συγκεκριμένους και υλοποιήσιμους στόχους. Οι στόχοι αυτοί δημοσιοποιήθηκαν και τέθηκαν στην κρίση όλων των συναδέλφων μας. Για την υλοποίηση των στόχων αυτών θα λογοδοτήσουμε, αν με το αποτέλεσμα των εκλογών της 18ης Δεκεμβρίου, έχουμε την μεγάλη τιμή και ευθύνη να αναλάβουμε τη Διοίκηση του Συλλόγου μας.

Όσον αφορά την ¨ανταλλαγή χαρακτηρισμών που θυμίζει κακής ποιότητας δικομματισμό¨, θα ήθελα να επισημάνω ότι, ο ανεξάρτητος συνδυασμός μας, μέσω των παρεμβάσεων του ζήτησε και ζητά την αυστηρή εφαρμογή του Καταστατικού του Συλλόγου μας και την πλήρη διασφάλιση της εγκυρότητας της εκλογικής διαδικασίας. Με αλλά λόγια ζητήσαμε και ζητάμε την τήρηση της νομιμότητας. Τίποτε λιγότερο, τίποτε περισσότερο. Επιλέξαμε να μην απαντήσουμε στις αβάσιμες κατηγορίες και στις συνεχείς συκοφαντικές επιθέσεις, οι οποίες, όχι μόνο πλήττουν το κύρος του Συλλόγου μας και διχάζουν τα μέλη του, αλλά φανερώνουν ένα σοβαρό έλλειμμα δημοκρατικής κουλτούρας και πλουραλισμού στο Σύλλογό μας: έντονη δυσανεξία σε κάθε αρνητική κριτική, στοχοποίηση και προσπάθεια διαπόμπευσης των διαφωνούντων με συκοφαντικούς χαρακτηρισμούς και φημολογίες, καχυποψία έναντι οποιασδήποτε πρωτοβουλίας ή συνεργασίας μελών – που δεν παραβιάζει το Καταστατικό – και προσπάθεια κατάπνιξης της ως δήθεν «διασπαστικής» κίνησης.

Περνώντας στα εξειδικευμένα ερωτήματα του συναδέλφου μας, θα πρέπει να σημειωθεί αρχικά ότι, για τη συντριπτική πλειοψηφία αυτών, υπάρχουν απαντήσεις στο Πρόγραμμά μας. Ας τα δούμε πιο αναλυτικά:

Ερώτηση:
«1. Διασφάλιση δικαιωμάτων εργαζόμενων Κοινωνιολόγων. Τι μπορούμε και τι πρέπει να κάνουμε ώστε να διασφαλιστούν τα δικαιώματά μας; Πως μπορεί ο Σύλλογος να προχωρήσει άμεσα στην απόκτηση ξεκάθαρης εργασιακής ταυτότητας του Κοινωνιολόγου; Μπορούμε και αν ναι πότε και πως να έχουμε καθηκοντολόγιο;»

Απάντηση:
Όπως αναφέρεται στο Πρόγραμμά μας, στις βασικές θέσεις και προτάσεις μας περιλαμβάνονται ¨Η δημιουργία καθηκοντολογίου (αναλυτική περιγραφή θέσης) από τον Σύλλογο Ελλήνων Κοινωνιολόγων, αξιοποιώντας την ελληνική και διεθνή εμπειρία, σε συνεργασία με την ακαδημαϊκή-ερευνητική κοινότητα και κάθε άλλο κοινωνιολογικό φορέα στην Ελλάδα και το εξωτερικό¨ και ¨Η προάσπιση και διεκδίκηση επέκτασης επαγγελματικών δικαιωμάτων Κοινωνιολόγων, με βάση την ελληνική και διεθνή εμπειρία¨.

Για την υλοποίηση των παραπάνω προτάσεων μπορεί να συσταθεί ειδική ομάδα εργασίας, αποτελούμενη από μέλη του Συλλόγου μας. Η ομάδα αυτή – που λειτουργεί υπό την εποπτεία του Δ.Σ. του Σ.Ε.Κ. και επιστημονικού υπεύθυνου-ης – θα συνεργαστεί με τα τρία Πανεπιστημιακά Τμήματα Κοινωνιολογίας της χώρας μας και την Ελληνική Κοινωνιολογική Εταιρεία, με σκοπό τη σύνταξη αναλυτικού Οδηγού με πλήρη περιγραφή της θέσης μας (job description) / καθηκοντολόγιο. Ο Οδηγός αυτός, αφού συνταχθεί, θα εγκριθεί από τον κεντρικό φορέα υλοποίησης (Σ.Ε.Κ.) και θα κατατεθεί σε όλα τα (αρμόδια) Υπουργεία - και σε άλλους φορείς και υπηρεσίες του δημόσιου τομέα - με αίτημα τη διασφάλιση των επαγγελματικών μας δικαιωμάτων αλλά και την επέκταση αυτών. Επίσης, ο Οδηγός θα είναι διαθέσιμος σε ηλεκτρονική μορφή σε κάθε συνάδελφό μας.

Τέλος, όπως αναφέρεται στο Πρόγραμμά μας, μία από τις βασικές θέσεις και προτάσεις μας είναι: ¨Η διεκδίκηση της πλήρους αναβάθμισης του επιπέδου των προγραμμάτων προπτυχιακής εκπαίδευσης των Κοινωνιολόγων στην Ελλάδα, με σκοπό την ουσιαστική διασύνδεση εκπαίδευσης και αγοράς εργασίας με προγράμματα σπουδών που ανταποκρίνονται στη σύγχρονη αγορά εργασίας και, κατ’ επέκταση, τη σταδιακή βελτίωση των επαγγελματικών τους προοπτικών και την απορρόφηση τους (μείωση ανεργίας και ετεροαπασχόλησης): παιδαγωγική επάρκεια αποφοίτων, υποχρεωτική πτυχιακή εργασία για όλους-ες, υποχρεωτική πρακτική άσκηση για όλους-ες, περισσότερα εργαστηριακά μαθήματα, μεγαλύτερη έμφαση σε διδασκαλία μεθόδων επιστημονικής έρευνας (στατιστική ανάλυση, ποσοτικές και ποιοτικές μέθοδοι)¨. Η αναβάθμιση αυτή είναι ζωτικής σημασίας για την διασφάλιση και επέκταση των επαγγελματικών μας δικαιωμάτων.

Ερώτηση:
«2. Άνεργοι Κοινωνιολόγοι: Μέτρα στήριξης των άνεργων συναδέλφων μας».

Απάντηση:
Όπως αναφέρεται στο Πρόγραμμά μας, μια από τις βασικές θέσεις και προτάσεις μας είναι: ¨Υπηρεσίες και εκπαιδευτικά προγράμματα από μέλη του Συλλόγου ή/και σε συνεργασία με άλλα φυσικά ή/και νομικά πρόσωπα για μέλη του Συλλόγου: επιμορφωτικά σεμινάρια σε διάφορους πεδία και τομείς, προγράμματα συμβουλευτικής απασχόλησης κ.ά. Οι εκπαιδευόμενοι-ες θα λαμβάνουν σχετική Βεβαίωση Επιμόρφωσης, ενώ οι εκπαιδευτές/εκπαιδεύτριες (ή σύμβουλοι) – εφόσον το επιθυμούν - θα λαμβάνουν σχετική Βεβαίωση Προϋπηρεσίας ή/και Συστατική Επιστολή από τον Σ.Ε.Κ.¨. Επίσης, σύμφωνα με το Πρόγραμμά μας, στις βασικές θέσεις και προτάσεις μας περιλαμβάνεται: ¨Η διεκδίκηση βαθέων τομών στον χώρο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με σκοπό τη μείωση της ανεργίας και της ετεροαπασχόλησης των κοινωνιολόγων και της εξοικονόμησης δαπανών που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για άλλες μείζονες ανάγκες, όπως προγράμματα υποτροφιών και στέγασης φοιτητών και αύξηση χρηματοδοτήσεων για επιστημονική έρευνα¨.

Όσον αφορά ειδικά τους/τις ανέργους-ες συναδέλφους μας, η υποστήριξη αυτών από τον Σύλλογο μας θα μπορούσε να κινηθεί πάνω στους εξής τέσσερις άξονες:
·       Ενίσχυση τυπικών προσόντων: Διοργάνωση πολύωρων προγραμμάτων επιμόρφωσης/επικαιροποίησης γνώσεων, με τη συνδρομή μελών του Συλλόγου μας (εκπαιδευτών ενηλίκων, διδακτόρων, πανεπιστημιακών καθηγητών κ.ά.), με σκοπό την αναβάθμιση των προσόντων ειδικά των ανέργων συναδέλφων μας, ώστε να βελτιώσουν σημαντικά τις πιθανότητες (επαν)ένταξης τους στην αγορά εργασίας. Η συμμετοχή στα προγράμματα θα είναι δωρεάν για όλα τα εγγεγραμμένα μέλη του Συλλόγου μας, θα χορηγούνται βεβαιώσεις επιμόρφωσης ενώ θα διατηρούνται υψηλά στάνταρ (μέγιστος αριθμός απουσιών, παροχή σημειώσεων κ.λπ.). Παράλληλα, οι εκπαιδευτές/εκπαιδεύτριες θα λαμβάνουν από τον Σύλλογό μας σχετική βεβαίωση εκπαιδευτικής εμπειρίας και συστατική επιστολή, με στόχο να την αξιοποιήσουν στη δική τους επαγγελματική πορεία.
·       Συμβουλευτική απασχόλησης: Διοργάνωση ομαδικών συνεδριών συμβουλευτικής απασχόλησης – τεχνικές αναζήτησης εργασίας, σύνταξη βιογραφικού σημειώματος και συνοδευτικής επιστολής, προετοιμασία για τη συνέντευξη επιλογής κ.ά. - για τα άνεργα μέλη του Συλλόγου μας, από συναδέλφους μας που εργάζονται ως σύμβουλοι απασχόλησης. Όπως και στην προηγούμενη περίπτωση, οι σύμβουλοι απασχόλησης θα λαμβάνουν από τον Σύλλογό μας σχετική βεβαίωση εμπειρίας στη συμβουλευτική και συστατική επιστολή, με στόχο να την αξιοποιήσουν στη δική τους επαγγελματική πορεία.
·       Ενημέρωση και προάσπιση επαγγελματικών δικαιωμάτων: Συνεχής παρακολούθηση προκηρύξεων και προσκλήσεων εκδήλωσης ενδιαφέροντος στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα και ενημέρωση των συναδέλφων μας, μέσω ειδικής ενότητας στην ιστοσελίδα μας, άμεση διερεύνηση καταγγελιών μελών μας για παράνομες/καταχρηστικές απολύσεις ή αποκλεισμούς από διαγωνισμούς του δημοσίου τομέα ή από προσκλήσεις εκδήλωσης ενδιαφέροντος στον ιδιωτικό τομέα και, κυρίως, ολοκλήρωση του προαναφερθέντος Οδηγού με πλήρη περιγραφή της θέσης μας (job description) και κοινοποίησή του σε όλα τα αρμόδια Υπουργεία αλλά και σε άλλους φορείς και υπηρεσίες του δημόσιου τομέα.
·       Διεκδίκηση αναβάθμισης/βελτίωσης προπτυχιακής εκπαίδευσης κοινωνιολόγων: Διεκδικούμε – σε συνεργασία με τα Πανεπιστημιακά Τμήματα Κοινωνιολογίας – την αναβάθμιση και βελτίωση της εκπαίδευσης των μελλοντικών συναδέλφων μας, με στόχο την απόκτηση γνώσεων και δεξιοτήτων - ήδη από το προπτυχιακό στάδιο – που να ανταποκρίνονται στην αγορά εργασίας: απόκτηση παιδαγωγικής επάρκειας, υποχρεωτική και τουλάχιστον εξάμηνης διάρκειας πρακτική άσκηση για όλους-ες, πολύ μεγαλύτερη έμφαση στην εκμάθηση εφαρμογής ποσοτικών και ποιοτικών μεθόδων κοινωνιολογικής έρευνας, σεμινάρια σχεδιασμού και υλοποίησης Έργων κ.λπ.

Ερώτηση:
«3. Οργάνωση και λειτουργία επιτροπών του Συλλόγου. Ποιες επιτροπές πιστεύετε ότι μπορούν και χρειάζεται να λειτουργήσουν εντός του Συλλόγου. Να λειτουργήσουν όμως, όχι απλά να οριστούν».

Απάντηση:
Η μόνη επιτροπή που σημειώνει (σημαντική) δραστηριότητα στον Σύλλογό μας είναι η Επιτροπή Παιδείας, ενισχύοντας έτσι τον διαδεδομένο ισχυρισμό περί μονοθεματικού χαρακτήρα του Σ.Ε.Κ. Ο χαρακτήρας αυτός επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο της συντριπτικής πλειοψηφίας των εκδηλώσεων και των παρεμβάσεων του Συλλόγου μας.

Όπως αναφέρεται στο Πρόγραμμα του συνδυασμού μας, οραματιζόμαστε έναν Σύλλογο που ¨θα αφουγκράζεται τα αιτήματα και τις ανάγκες όλων ανεξαιρέτως των Κοινωνιολόγων στη χώρα μας¨. Επομένως, η λειτουργία της επιτροπής παιδείας θα συνεχιστεί, αλλά θα πρέπει να προστεθούν και άλλες επιτροπές σε όλους τους κρίσιμους τομείς όπου δραστηριοποιούνται κοινωνιολόγοι, όπως της Υγείας και Κοινωνικής Πρόνοιας, της Εργασίας, της Πολιτικής Προστασίας/Δημόσιας Τάξης. Είναι αυτονόητο ότι επιτροπές μπορούν να συσταθούν κι έπειτα από σχετική εκδήλωση ενδιαφέροντος μελών μας και όχι μόνο όσες θα προτείνει εξ αρχής το Δ.Σ.

Οι επιτροπές αυτές δεν θα πρέπει να ασχολούνται αποκλειστικά με το δημόσιο τομέα αλλά και με τον ιδιωτικό, για παράδειγμα οι συνάδελφοι εργαζόμενοι-ες σε εταιρείες δημοσκοπήσεων, σε τμήματα διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού εταιρειών/επιχειρήσεων, σε μη κυβερνητικές οργανώσεις κ.λπ. Για καθεμιά από τις επιτροπές αυτές θα πρέπει να γίνει πρόσκληση προς όλα τα μέλη για ένταξη σε αυτήν.

Ερώτηση:
«4. Εξωστρέφεια Συλλόγου. Κρίνεται απαραίτητο από όλους ότι τα μέσα που διαθέτει ο ΣΕΚ (ιστοσελίδα, λογαριασμοί, Περιοδικό) χρειάζονται ανανέωση ή δημιουργία από την αρχή;».

Απάντηση:
Όπως αναφέρεται στο Πρόγραμμά μας, ο Συνδυασμός μας οραματίζεται έναν Σύλλογο ο οποίος – μεταξύ άλλων - ¨θα έχει εξωστρεφή χαρακτήρα και πνεύμα και θα επιδιώκει τη δικτύωση και τη συνεργασία με την ακαδημαϊκή-ερευνητική και την επαγγελματική κοινότητα στην Ελλάδα, με φορείς της κοινωνίας των πολιτών και με Ανεξάρτητες Αρχές, με κοινωφελείς οργανισμούς, με δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς, πάντα με γνώμονα τη θετική προβολή και ανάδειξη της Επιστήμης μας και τη βελτίωση των επαγγελματικών προοπτικών των συναδέλφων μας¨.

Επίσης, ο Συνδυασμός μας, στο Πρόγραμμά του, προτείνει μεταξύ άλλων τη ¨Σύσταση ειδικών Τμημάτων για την πιο αποτελεσματική διοίκηση του Συλλόγου: Επικοινωνίας και Δημοσίων Σχέσεων, (…) Δικτύωσης και Διεθνών Επαφών κ.ά. Τα Τμήματα αυτά θα στελεχώνονται από μέλη του Σ.Ε.Κ. – με όσα έχουν σχετική εμπειρία και χρονική διαθεσιμότητα – και θα λειτουργούν υπό την εποπτεία ενός μέλους του Δ.Σ. (ανά Τμήμα). Τα συμμετέχοντα μέλη – εφόσον το επιθυμούν - θα λαμβάνουν σχετική Βεβαίωση προϋπηρεσίας ή/και Συστατική Επιστολή από τον Σ.Ε.Κ.¨.

Ακόμα, ο Συνδυασμός μας προτείνει την ¨Δημιουργία ηλεκτρονικού περιοδικού το οποίο θα εκδίδεται σε τακτικά χρονικά διαστήματα και θα αποτελεί ένα από τα μέσα επικοινωνίας του Σ.Ε.Κ. με την κοινωνία και σημαντική πηγή αναβάθμισης του κύρους του. Δεν θα εμπεριέχει νέα μόνο για τις δράσεις και εκδηλώσεις του Σ.Ε.Κ., αλλά και κείμενα μελών του Σ.Ε.Κ. Συγκεκριμένα, τα μέλη του Σ.Ε.Κ. θα έχουν τη δυνατότητα δημοσίευσης επιστημονικών άρθρων, παρουσίασης πορισμάτων ερευνών/μελετών, βιβλιοκριτικές/βιβλιοπαρουσιάσεις έργων (και) κοινωνιολογικού ενδιαφέροντος. Τέλος, η δυνατότητα διαφημίσεων σε αυτό (για παράδειγμα, εκδοτικών οίκων, κέντρων δια βίου μάθησης κ.λπ.), μπορεί να αποτελέσει μια πρόσθετη πηγή εσόδων για τον Σύλλογο ή/και εξασφάλισης προνομίων για τα μέλη του (για παράδειγμα, ειδικές εκπτώσεις με την επίδειξη κάρτα μέλους του Συλλόγου)¨.

Τέλος, όσον αφορά ειδικά την ιστοσελίδα του Σ.Ε.Κ. και τους λογαριασμούς του στα κοινωνικά δίκτυα, πρέπει να μπει ένα οριστικό τέλος στο χάος που επικρατεί – ο Σ.Ε.Κ. έχει δύο ομάδες στο Facebook, μία Σελίδα επίσης στο Facebook, μία ιστοσελίδα, ένα ιστολόγιο, χώρια τις ομάδες των Παραρτημάτων στο Facebook! – και, κυρίως, στις απαράδεκτου ύφους (και συχνά περιεχομένου) ανακοινώσεις του. Προτείνεται η δημιουργία μίας κεντρικής, επίσημης Σελίδας στο Facebook για τις επίσημες ανακοινώσεις του Συλλόγου μας, καθώς και η δημιουργία επίσημου λογαριασμού σε άλλα κοινωνικά δίκτυα: Twitter και LinkedIn. Οι ανακοινώσεις του Σ.Ε.Κ. θα δημοσιεύονται ταυτόχρονα στους τρεις αυτούς λογαριασμούς, οι οποίοι θα συνδεθούν μεταξύ τους.  

Η αξιοποίηση των κοινωνικών δικτύων είναι κρίσιμης σημασίας για τον Σύλλογό μας – αλλά και κάθε φορέα – στη σύγχρονη εποχή, καθώς δημιουργούνται και συντηρούνται δωρεάν και προσφέρουν άμεση ενημέρωση των ενδιαφερομένων - μέσω διαφόρων ηλεκτρονικών συσκευών - και δυνατότητα αλληλεπίδρασης μαζί τους. Όσον αφορά την ιστοσελίδα, αν κριθεί ασύμφορη η συντήρησή της, θα πρέπει να αναζητηθεί καλύτερη οικονομική προσφορά, με έσχατη εναλλακτική λύση τη διατήρηση του ιστολογίου, το περιεχόμενο όμως του οποίου θα πρέπει να βελτιωθεί και θα διασυνδεθεί με τους λογαριασμούς του Σ.Ε.Κ. στα κοινωνικά δίκτυα.

Τη συντήρηση όλων των παραπάνω διαύλων επικοινωνίας, θα αναλάβουν μέλη του Συλλόγου μας – όχι απαραιτήτως του Δ.Σ. – με αντικειμενικά κριτήρια: εξοικείωση με αυτές τις τεχνολογίες, δεξιότητες επικοινωνίας στον γραπτό και στον προφορικό λόγο, χρονική διαθεσιμότητα. Για την εργασία τους αυτή, τα μέλη του Συλλόγου μας θα λαμβάνουν σχετική βεβαίωση επαγγελματικής εμπειρίας και συστατική επιστολή. Το ίδιο θα ισχύει και για κάθε άλλο μέλος που θα προσφέρει εθελοντική εργασία στον Σύλλογό μας.

Ερώτηση:
«5. Ταυτότητα Συλλόγου. Τι θέση θα πάρουμε ως Σύλλογος σε μεγάλα ζητήματα όπως η οικονομική κρίση, το προσφυγικό, η άνοδος της ξενοφοβίας και του φασισμού; Πως; Με ποιους τρόπους θα παρέμβουμε εκτός από απλές αναφορές;».

Απάντηση:
Όπως αναφέρεται στο Πρόγραμμά μας, ο Συνδυασμός μας οραματίζεται έναν Σύλλογο που ¨θα εκφέρει λόγο έγκυρο, αξιόπιστο, επιστημονικά τεκμηριωμένο για όλα τα μείζονα κοινωνικά ζητήματα και φαινόμενα και δεν θα λαϊκίζει, ούτε θα εξυπηρετεί συγκεκριμένα πολιτικά-κομματικά συμφέροντα¨.

Πως μπορεί να γίνει αυτό; Μια πιο αναλυτική πρόταση είναι η εξής:
Για κάθε μείζον κοινωνικό ζήτημα, ο Σύλλογος μας θα επιχειρηματολογεί με σοβαρότητα και θα καταθέτει ολοκληρωμένες και επιστημονικά τεκμηριωμένες προτάσεις πολιτικής στο/στα αρμόδιο-α Υπουργείο-α, αλλά και στα μέλη των αρμόδιων Ειδικών Επιτροπών της Βουλής των Ελλήνων. Οι προτάσεις αυτές θα μπορούν να προέρχονται από ειδικές ομάδες εργασίας, αποτελούμενες αποκλειστικά από μέλη του Συλλόγου μας. Στις ομάδες αυτές θα εντάσσονται μέλη του Συλλόγου μας προαιρετικά και έπειτα από ανοιχτή πρόσκληση του Δ.Σ. του Συλλόγου μας προς όλα τα μέλη. Το τελικό κείμενο θα εγκρίνεται από το Δ.Σ. – κατά προτίμηση ομοφώνως - και θα κοινοποιείται αρμοδίως (βλ. παραπάνω), ενώ θα αναρτάται και στην ιστοσελίδα του Συλλόγου και σε όλους τους λογαριασμούς του στα κοινωνικά δίκτυα. Στο τελικό δημοσιευθέν κείμενο θα αναφέρονται πάντα τα ονόματα των συντακτών/συντακτριών.

Ακόμα, ο Σύλλογος μας θα διοργανώνει – ή θα συν-διοργανώνει με άλλους φορείς – ανοιχτές εκδηλώσεις (συνέδρια, ημερίδες) ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης, για όλα τα μείζονα κοινωνικά ζητήματα.  Εισηγητές/εισηγήτριες δεν θα είναι πλέον μόνο μέλη του Δ.Σ. και ειδικοί-ες προσκεκλημένοι-ες. Κάθε μέλος του Συλλόγου μας, θα μπορεί να συμμετάσχει με εισήγηση – έπειτα από σχετική πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος του Συλλόγου μας – κατά τα πρότυπα όλων των μεγάλων επιστημονικών φορέων/ιδρυμάτων που διοργανώνουν ανάλογου τύπου εκδηλώσεις. Πλέον, θα πρέπει να δίνεται η δυνατότητα στα μέλη του Συλλόγου μας να εκθέτουν αναλυτικά τις σκέψεις και προτάσεις τους ή/και να παρουσιάζουν - σχετικές με το εξεταζόμενο ζήτημα - προσωπικές τους έρευνες ή τμήματα αυτών.

Ακόμα, σχετικά κείμενα μελών του Συλλόγου μας θα δημοσιεύονται και σε σχετικά ειδικά αφιερώματα του ηλεκτρονικού περιοδικού του Συλλόγου μας (βλ. παραπάνω)  Τέλος, ο Σύλλογός μας μπορεί να ενημερώνει για τις επίσημες θέσεις ή/και εκδηλώσεις του - αναφορικά με μείζονα κοινωνικά ζητήματα - όλα τα ΜΜΕ, συντάσσοντας και αποστέλλοντας Δελτία Τύπου, συνοδεύοντας τα με τα σχετικά κείμενα προτάσεων.

Έτσι, το κύρος του Συλλόγου μας θα βελτιωθεί σημαντικά, καθώς θα πάψει να είναι σταθερά απών και θα εκφέρει επιστημονικά τεκμηριωμένο λόγο και θα καταθέτει ολοκληρωμένες προτάσεις πολιτικής. Θα καταστεί έτσι ένας έγκυρος, σοβαρός, αξιόπιστος συνομιλητής όλων των θεσμικών φορέων, εξέλιξη ιδιαίτερα θετική για το κύρος και τις προοπτικές της Επιστήμης και του Επαγγέλματος μας στη χώρα. Παράλληλα, θα δώσει τη δυνατότητα στα μέλη του να εκθέσουν τις απόψεις τους και να παρουσιάζουν το ερευνητικό τους έργο.

Ερώτηση:
«6. Κινητοποίηση μελών. Κανείς δεν είναι ικανοποιημένος από τη συμμετοχή των μελών του Συλλόγου. Γιατί όμως υπάρχει αυτή η κατάσταση; Τι μπορούμε να κάνουμε για να αντιστραφεί;».

Απάντηση:
Υπάρχουν πολλοί και διαφορετικοί λόγοι για την κατάσταση αυτή. Ενδεικτικά θα αναφέρω ότι μέχρι σήμερα:
·    συντηρείται σταθερά ο μονοθεματικός χαρακτήρας του Συλλόγου μας – στον οποίο αναφέρθηκα παραπάνω (βλ. Ερώτηση 3) – γεγονός που οδηγεί σε σοβαρό έλλειμμα αντιπροσώπευσης
·  καταρρακώνεται το κύρος του Συλλόγου μας, λόγω μιας ατελείωτης σειράς επικοινωνιακών «φάουλ» (για να είμαι επιεικής)
·   υπάρχει σοβαρό εσωτερικό έλλειμμα δημοκρατικού διαλόγου και πλουραλισμού (βλ. αρχή του κειμένου μου)
·       ο επίσημος λόγος του Συλλόγου έχει συχνά (αν όχι σχεδόν πάντα) έντονο ιδεολογικό στίγμα – το οποίο προφανώς πλήττει την επιστημονική εγκυρότητα του, ενώ διχάζει τα μέλη του, καθώς χάνεται ο υπερκομματικός και ενωτικός χαρακτήρας που θα πρέπει να έχει ένας επιστημονικός και εππαγγελαμιτκός Σύλλογός
·       μέλη του Συλλόγου μας που προσέφεραν ή ήθελαν να προσφέρουν στον Σύλλογό μας, ήρθαν αντιμέτωπα με καχυποψία, απαξιωτικές ή αχάριστες συμπεριφορές και, απογοητευμένα, αποστασιοποιήθηκαν
·       δεν δίνονται κίνητρα ένταξης στον Σύλλογό μας – για παράδειγμα, παροχή δυνατότητας απόκτησης επαγγελματικής εμπειρίας, κατάρτισης, υποστηρικτικές υπηρεσίες (π.χ. συμβουλευτική απασχόλησης), δημοσίευσης επιστημονικών άρθρων/εργασιών, απόκτησης συστατικών επιστολών αλλά κυρίως, απουσία μιας ολοκληρωμένης επικοινωνιακής στρατηγικής με την οποία θα τονίζεται ότι μόνο η ένταξη στον Σύλλογο και η ενεργός συμμετοχή στις δράσεις/εκδηλώσεις αυτού μπορεί να βελτιώσει τις επαγγελματικές προοπτικές των Κοινωνιολόγων και να αναβαθμίσει το κύρος και τη θέση της Επιστήμης και του Επαγγέλματος μας στην Ελλάδα
·       είναι ελλιπής η συνεργασία με τα Πανεπιστημιακά Τμήματα Κοινωνιολογίας. Πόσοι-ες (τελειόφοιτοι-ες) φοιτητές/φοιτήτριες ενημερώνονται για την ύπαρξη και τη δραστηριότητα του Συλλόγου μας; Παροτρύνονται - και αν ναι από ποιον και με ποιον τρόπο - να εγγραφούν στον Σύλλογο μας και να συμμετέχουν ενεργά στις δράσεις/εκδηλώσεις του; Πόσες δεκάδες (αν όχι εκατοντάδες) Έλληνες-ίδες αποφοιτούν κάθε χρόνο από Πανεπιστημιακά Τμήματα Κοινωνιολογίας της Ελλάδας και του εξωτερικού και πόσοι-ες από αυτούς-ες εντάσσονται στον Σ.Ε.Κ.;

Η παραπάνω μακροχρόνια κατάσταση δεν μπορεί να αλλάξει από τη μια μέρα στην άλλη. Δεν υπάρχουν μαγικά ραβδιά. Υπάρχει σοβαρή κρίση εμπιστοσύνης προς τον Σύλλογό μας, η οποία είναι – σε μεγάλο βαθμό – απολύτως δικαιολογημένη.

Όμως, ο Συνδυασμός μας θέλει και μπορεί να δώσει θετική προοπτική σε όλους-ες τους/τις συναδέλφους μας αναδιοργανώνοντας πλήρως τον Σύλλογό μας με νέες Επιτροπές, Τμήματα και υπηρεσίες για όλα ανεξαιρέτως τα μέλη μας, παρέχοντας μια σειρά κινήτρων ένταξης και ενεργούς συμμετοχής, εφαρμόζοντας μια νέα, ολοκληρωμένη και επαγγελματικού επιπέδου επικοινωνιακή στρατηγική, δημιουργώντας και διατηρώντας ένα κλίμα αλληλοσεβασμού, εμπιστοσύνης και ανοιχτού διαλόγου, θέτοντας ένας τέλος στην εσωστρέφεια και στην αυτοαπομόνωση, δημιουργώντας συνεργασίες – και όχι τυπικές επαφές – με φορείς και υπηρεσίες. Όπως αναφέρεται στο Πρόγραμμά μας:
¨Όραμά μας είναι να δώσουμε θετική προοπτική στους συναδέλφους μας, μετατρέποντας τον Σύλλογο Ελλήνων Κοινωνιολόγων σε έναν κατεξοχήν Επιστημονικό και Επαγγελματικό Φορέα, ο οποίος:
·       θα αφουγκράζεται τα αιτήματα και τις ανάγκες όλων ανεξαιρέτως των Κοινωνιολόγων στη χώρα μας
·     θα εκφέρει λόγο έγκυρο, αξιόπιστο, επιστημονικά τεκμηριωμένο για όλα τα μείζονα κοινωνικά ζητήματα και φαινόμενα και δεν θα λαϊκίζει, ούτε θα εξυπηρετεί συγκεκριμένα πολιτικά-κομματικά συμφέροντα
·       θα ενώνει τα μέλη του και δεν θα τα διχάζει, δεν θα τα διαχωρίζει βάσει των πολιτικών-ιδεολογικών πεποιθήσεών τους, της εμπειρίας τους, της επαγγελματικής τους ιδιότητας κ.ο.κ.
·       θα κινητοποιεί τα μέλη του και θα τα εμπλέκει σε επιστημονικές δράσεις, ενέργειες και παρεμβάσεις και δεν θα αρκείται μόνο στις οικονομικές τους συνδρομές
·       θα αναγνωρίζει και θα επαινεί τις προσπάθειες των μελών του και δεν θα καπηλεύεται το έργο τους
·    θα έχει εξωστρεφή χαρακτήρα και πνεύμα και θα επιδιώκει τη δικτύωση και τη συνεργασία με την ακαδημαϊκή-ερευνητική και την επαγγελματική κοινότητα στην Ελλάδα, με φορείς της κοινωνίας των πολιτών και με Ανεξάρτητες Αρχές, με κοινωφελείς οργανισμούς, με δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς, πάντα με γνώμονα τη θετική προβολή και ανάδειξη της Επιστήμης μας και τη βελτίωση των επαγγελματικών προοπτικών των συναδέλφων μας¨.

Η υλοποίηση των προτάσεων του Προγράμματός μας θα πείσει τους/τις συναδέλφους μας ότι πλέον κάτι αλλάζει στον Σύλλογό μας. Η αλλαγή αυτή δεν θα είναι απλώς μια αλλαγή προσώπων, ούτε μια επιφανειακή αλλαγή. Θα είναι μια αλλαγή ουσίας: ο τερματισμός νοοτροπιών, πρακτικών και συμπεριφορών που αποδυναμώνουν και περιθωριοποιούν τον Σύλλογο μας.

Και στο επίκεντρο των προσπαθειών μας θα είναι ο/η συνάδελφος Κοινωνιολόγος, χωρίς καμία απολύτως διάκριση.

Ερώτηση:
«7. Εκπαίδευση. Θα συνεχίσει η δουλειά που έγινε όλα τα προηγούμενα χρόνια προκειμένου να αναβαθμιστεί ο ρόλος της Κοινωνιολογίας στο σχολείο; Και αν ναι, με ποιους τρόπους και ποιους στόχους».

Απάντηση:
Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω (Ερώτηση 3) η λειτουργία της Επιτροπής Παιδείας θα πρέπει να συνεχιστεί κανονικά και - όπως για κάθε άλλη Επιτροπή που συγκροτηθεί – θα καταβληθεί κάθε προσπάθεια βελτίωσης της αποτελεσματικότητας της. Πέρα από τα μαθήματα και τον αριθμό ωρών διδασκαλίας των συναδέλφων μας (ΠΕ 10 Κοινωνιολόγων), βασική μας μέριμνα θα πρέπει να είναι η αναβάθμιση του ρόλου του/της Κοινωνιολόγου στον χώρο της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

Συγκεκριμένα, ο/η Κοινωνιολόγος στο σύγχρονο σχολικό περιβάλλον, πέρα από τη διδασκαλία, δύναται να έχει και άλλα πεδία δραστηριότητας όπως, για παράδειγμα:
·    διερεύνηση ζητημάτων όπως ο σχολικός εκφοβισμός (bullying) και τα πιθανά (κοινωνικά) αίτια αυτού
· σχεδιασμός, υλοποίηση και συμμετοχή  σε προγράμματα κατάρτισης και ευαισθητοποίησης εκπαιδευτικών όπως, για παράδειγμα, ανθρωπίνων δικαιωμάτων, διακρίσεων κ.ο.κ.
·    επαγγελματικός προσανατολισμός.

Επομένως, στόχος του Δ.Σ. οφείλει να είναι όχι μόνο η διασφάλιση διδασκαλίας μαθημάτων, αλλά η επέκταση των πεδίων δραστηριοποίησης των Κοινωνιολόγων στο σύγχρονο ελληνικό σχολείο. Για την επίτευξη του στόχου αυτού, απαιτείται η διεκδίκηση της αναβάθμισης και βελτίωσης της προπτυχιακής εκπαίδευσης των Κοινωνιολόγων,  η ολοκλήρωση του Οδηγού περιγραφής θέσης (job description) / καθηκοντολογίου και η κοινοποίηση του αρμοδίως και, φυσικά, η μόνιμη λειτουργία και έντονη δραστηριοποίηση της αρμόδιας Επιτροπής του Συλλόγου μας.

Κλείνοντας το κείμενο μου, θα επιθυμούσα να υπογραμμίσω ότι ο Συνδυασμός μας - και κάθε Συνδυασμός με πραγματικά πλουραλιστικό και αντιπροσωπευτικό χαρακτήρα και δημοκρατική κουλτούρα - όχι απλά αποδέχεται την κριτική, αλλά την αποζητά. Το Πρόγραμμα των Θέσεων μας – προϊόν συλλογικής δουλειάς των υποψηφίων μας – είναι δημοσιευμένο και στην διάθεση κάθε ενδιαφερόμενου-ης συναδέλφου μας.  Κάθε άποψη, κάθε ιδέα, κάθε πρόταση, κάθε κριτική πρέπει να μπορεί να έχει πάντα χώρο να εκφραστεί. Άφοβα, ελεύθερα. Και σήμερα και την επομένη των εκλογών.

Έλα ΜΑΖΙ μας να κάνουμε ΟΛΟΙ-ΕΣ μια νέα αρχή!
Έλα ΜΑΖΙ μας να χαράξουμε ΟΛΟΙ-ΕΣ μια άλλη, ελπιδοφόρα πορεία!

Έλα ΜΑΖΙ μας για μια θετική Προοπτική για την Κοινωνιολογία!

Πως το οικογενειακό περιβάλλον διαμορφώνει το γονεϊκό ρόλο.

Του Τιμόθεου Στραβοπόδη,
μέλους συνδυασμού "Προοπτική για την Κοινωνιολογία".


Η οικογένεια εκτός από βιολογική και κοινωνική κοινότητα που συντελεί στην αναπαραγωγή της κοινωνίας είναι αυτή που διαμορφώνει συμπεριφορές, μορφώνει, μεταδίδει πολιτισμικά στοιχεία. Κάθε αλλαγή στα κοινωνικά δρώμενα επηρεάζει και την ίδια την λειτουργία της οικογένειας ως θεσμό.                                      

Μέσα στα πλαίσια του οικογενειακού περιβάλλοντος διαμορφώνονται και οι γονεϊκοί ρόλοι για τη διαμόρφωση των οποίων σημαντικό ρόλο παίζουν οι εμπειρίες των ίδιων των γονιών από το μεγάλωμά τους. Αυτές οι εμπειρίες είναι καθοριστικές για τις προτιμήσεις και τις επιλογές των ίδιων και των παιδιών τους.

Οι  ρόλοι του πατέρα και της μητέρας είναι πολύ σημαντικοί για την συμπεριφορά των παιδιών στο κοινωνικό σύνολο αλλά και για την διατήρηση της κοινωνικής συνοχής. Οι γονείς δε σημαίνει ότι για να ανταποκριθούν στους ρόλους του πρέπει να παραμελήσουν τους άλλους επιμέρους ρόλους, που πηγάζουν από τη θέση που κατέχουν και διαμορφώνουν τελικά την συμπεριφορά τους. Το να είναι κάποιος γονιός δε σημαίνει ότι όλες οι άλλες δραστηριότητες του σταματούν. Δε παύει να είναι σύζυγος, εργαζόμενος κλπ.

Είναι φυσικό στο πλαίσιο της οικογένειας να εμφανίζονται συγκρούσεις, που πηγάζουν από το γεγονός ότι οι προσδοκίες των παιδιών είναι διαφορετικές από τις απαιτήσεις των γονιών. Ανάμεσα στο πραγματικό παιδί και το φανταστικό παιδί που έχουν οραματιστεί οι γονείς υπάρχει μεγάλη απόσταση, οι απαιτήσεις των γονιών μπορεί να είναι τέτοιες που τα παιδιά δεν αντέχουν να σηκώσουν- παραδείγματος χάριν, «Θέλω να γίνεις γιατρός».

Ας δούμε όμως ποιες μπορεί να είναι οι επιρροές στους γονεϊκούς ρόλους:
Διαχρονικά & διατοπικά η ανδρική και η γυναικεία φιγούρα έχει επιρροές που πηγάζουν:
Α) Από το είδος της οικογένειας (εκτεταμένη-πυρηνική)
Β)Από το είδος της κοινωνίας ( ανοικτή – κλειστή, παραδοσιακή –σύγχρονη)
Γ) Από τα πολιτισμικά της στοιχεία.

Η εικόνα του εαυτού για κάθε παιδί χτίζεται κάθε φορά μέσα από τη διαφορετικότητα και συμπληρωματικότητα του ανδρικού και γυναικείου ρόλου.
Στις παραδοσιακές κοινωνίες παρατηρούμε συμπληρωματικότητα και διάρκεια στους γονεικούς ρόλους και ευνοικές συνθήκες για την ανάπτυξη οριοθετημένων ταυτίσεων.  

Ο διαχωρισμός του ανδρικού από  το γυναικείο ρόλο ως πρότυπο ήταν σαφής. Η συμπληρωματικότητα των ρόλων στήριζε την βιολογική και οικονομική επιβίωση. Οι συμβιβασμοί και οι ανισότητες διατηρούσαν την «οικογενειακή ισορροπία».

Σήμερα ο ρόλος της γυναίκας δε ταυτίζεται μόνο με το ρόλο της μητέρας αλλά της γυναίκας που εργάζεται, βγαίνει στην παραγωγή και στην ουσία μπαίνει σε μια σφαίρα αυτονόμησης (κυρίως οικονομικής) και όχι εξάρτησης από τον άνδρα που ήταν ο κουβαλητής.

Στη σύγχρονη κοινωνία τα όρια των ρόλων γίνονται όλο και περισσότερο ασαφή και το παιδί μεγαλώνει και εξελίσσεται μέσα από αντιφάσεις και αλληλοσυγκρουόμενες εσωτερικεύσεις των προτύπων των γονεικών ρόλων όπου το πολιτισμικό πλαίσιο έχει σφυρηλατήσει  μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον.

Τα παιδιά μεγαλώνουν μέσα από τα πρότυπα της, συνήθως, απόμακρης σχέσης των γονιών τους που σήμερα περισσότερο από ποτέ είναι όλο και πιο ασαφής και αντιφατική. Πρότυπα που θα συνοδεύουν τα παιδιά όταν αυτά θα δημιουργήσουν την δική τους οικογένεια. Για το αγόρι παρατηρούμε όλο και μικρότερη αλληλεπίδραση στην σχέση τον με τον πατέρα και την μητέρα να μπαίνει ανάμεσα σε αυτήν τη σχέση, με στόχο να κάνει τις συγκρούσεις πιο ήπιες, έτσι  η μητέρα αναλαμβάνει ένα ρόλο διαμεσολαβητή.             

Το ρόλο αυτό διαφαίνεται σταδιακά να παραχώρησε ο πατέρας και ανέλαβε να φέρει εις πέρας η μητέρα. Εδώ λοιπόν μπαίνει ο εξής  προβληματισμός:
Ποιος είναι αυτός που σημειολογικά και συμβολικά οριοθετεί, διαμορφώνει το οικογενειακό πλαίσιο και τους κανόνες; Ο αποδυναμωμένος πατέρα ή η διαμεσολαβητική μητέρα; Το αγόρι με ποιο πρόσωπο θα ταυτιστεί; Με έναν πατέρα που ο ρόλος του έχει αποδομηθεί;                                                                                                        

Τα συναισθήματα του αγοριού μέσα από τα βιώματά του είναι διάχυτα, αρνητικά και συγκεχυμένα. Οι ταυτίσεις που θα αποκτήσει είναι μακριά από το ρόλο του ισχυρού πατέρα που βάζει όρια, κανόνες και πλαίσιο. Από  την άλλη, η ανάληψη του ρόλου του διαμεσολαβητή από την μεριά της μητέρας έχει άμεση σχέση με την απουσίας της πατρικής φιγούρας, που οδηγεί στον εγκλωβισμό συμπεριφορών του αγοριού.                                                                   Είναι για παράδειγμα αντιφατικό ο πατέρας να ζητά από το παιδί να διαπραγματευθεί θέματα και να αναλάβει ευθύνες όταν ο ίδιος έχει, επί της ουσίας, παραιτηθεί από το ρόλο του.                                                                                                                    

Δεν είναι λογικό ο πατέρας να απαιτεί από το παιδί πράγματα που για το ίδιο βρίσκονται μάλλον στην σφαίρα του φανταστικού παρά του πραγματικού.             Έτσι το παιδί σημειολογικά και συμβολικά δεν μπορεί να ταυτιστεί με έναν πατέρα μέσα στην οικογενειακή σχέση. Οι δύσκολες οικονομικοκοινωνικές συγκυρίες και η ανάγκη να καλυφθούν τα απαραίτητα για την συνέχεια δεν μπορεί να λειτουργήσουν ως άλλοθι εις  βάρος του ελεύθερου χρόνου. Μάλλον μεγαλύτερη εμπλοκή δημιουργούν στην παρουσία του πατέρα στο οικογενειακό πλαίσιο.

Έτσι λοιπόν η μητέρα  προκειμένου να ανταποκριθεί σε ένα θετικό ρόλο της μάνας  και μέσα σε μια προφανή οικογενειακή σύγκρουση προσπαθεί να  βρει στήριγμα άλλο από τον πατέρα, έτσι τις περισσότερες φορές  γίνεται υπερπροστατευτική απέναντι στο γιο. Ως αποτέλεσμα, το αγόρι , το οποίο είναι θυμωμένο χωρίς να γνωρίζει γιατί και, από την στιγμή που δεν βιωματική σχέση με τον πατέρα δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί τι συμβαίνει, εγκλωβίζεται από την μητέρα. Το αγόρι μεγαλώνει σαν να μην έχει πατέρα. Ελάχιστα αλληλεπιδρά μαζί του η μητέρα, ως διερμηνέας στην επικοινωνία του με τον πατέρα. Πχ. « Πες στο μπαμπά να μου δώσει…» ή «Μην του πεις ότι πήρα κακούς βαθμούς».

Αυτή η παρέμβαση-σφήνα της μητέρας στη σχέση πατέρας-γιός δημιουργεί στο γιο μια αντιφατική εικόνα του πατέρα. Είναι το ισχυρό πρόσωπο που διευθύνει ή το αποδυναμωμένο πρόσωπο που δεν χρειάζεται να ξέρει τίποτα; Το γεγονός ότι ο πατέρας είναι έξω από την εικόνα στερεί στο αγόρι τις απαραίτητες βιωματικές ταυτίσεις. Ο θυμός του αγοριού συνδέεται με την απουσία του πατέρα στις οικογενειακές σχέσεις.

Το αγόρι ακούει τους γονείς του να του λένε ότι μπορεί να επιδιώξει μεγάλα πράγματα στη ζωή ή να αντιδρά δυναμικά στις προκλήσεις. Το πρότυπο του πατέρα όμως λέει άλλα: «Μην αντιδράς», «Καυγάς θα γίνει, άστο». Αν μιλάμε για μια απόμακρη σχέση αγοριού –πατέρα, η σχέση κόρης –πατέρα  είναι ανύπαρκτη αφού εδώ η μητέρα έχει αναλάβει την διαδικασία μεγαλώματος της. Έτσι ο ρόλος του πατέρα βιώνεται από την κόρη ως εσωστρεφής, απόμακρος και αποδυναμωμένος.

Συνεπώς, τα παιδιά στην συνέχεια είτε αναπτύσσουν μηχανισμούς ουδετερότητας, είτε παίρνουν το μέρος του ενός ή του άλλου γονιού. Η απουσία οριοθέτησης στο οικογενειακό πλαίσιο λειτουργεί για τα παιδιά ανάλογα με το πώς τα διευκολύνει. Τα χαρακτηριστικά των γονιών δεν μπορούν να αξιολογηθούν από τα παιδιά έξω από την σύγκρουση των γονιών τους. Έτσι λοιπόν είναι δύσκολο το παιδί να διακρίνει την εικόνα του πατέρα που βλέπει το ίδιο και του επιθετικού πατέρα που βλέπει η μητέρα.

Παρατηρούμε ότι νέα  ζευγάρια βρίσκονται στο δίλλημα ή να εφαρμόσουν παλιά μοντέλα στη σχέση τους, μέσα από τη σχέση δυνατού – αδύνατου, ισχυρού – ανίσχυρου ή να εφαρμόσουν σύγχρονες ιδέες και πρότυπα, που όμως δεν έχουν αφομοιωθεί από την εμπειρία της οικογενειακής σχέσης. Η προσπάθεια διατήρησης μιας ισορροπίας στις οικογενειακές σχέσεις μέσα από συνεχείς συγκρούσεις και καυγάδες δεν αντέχει και τις πιο πολλές φορές οι σύζυγοι-γονείς οδηγούνται σε διαζύγιο. Σε κάθε περίπτωση αποδέκτης των συνεπειών είναι τα παιδιά.

Η γυναίκα έχει πρωταγωνιστικό ρόλο στο χώρο της οικογένειας, ρόλο που της παραχώρησε ο πατέρας και εκείνη ανέλαβε με πολύ μεγάλη ευχαρίστηση. Παρ’ όλες τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η γυναίκα μπαίνει μπροστά στον κοινωνικό χώρο, έχει μάθει να παίρνει ευθύνες, είναι αποτελεσματική στον επαγγελματικό της τομέα και έτσι εξισορροπεί το ασφυκτικό οικογενειακό περιβάλλον που βιώνει. Η γυναίκα αγωνίζεται να τα καταφέρει και να συνδυάσει τους ρόλους της μέσα και έξω από το σπίτι και ο άνδρας προσπαθεί να επαναπροσδιορίσει τη θέση του.

Καθώς το παιδί μεγαλώνει η μητέρα πρέπει να το αποχωρίζεται και να του δίνει χώρο να αναπνεύσει. Για να συμβεί αυτό πρέπει να έχει ικανοποιητική συζυγική σχέση προκειμένου να αναπληρώσει την «απώλεια» του παιδιού της.  Στην περίπτωση που η σχέση  μεταξύ συζύγων δεν συνδέεται με συναισθηματική αμοιβαιότητα και μοίρασμα ευθυνών η μητέρα γίνεται υπερπροστατευτική απέναντι στο παιδί της καλύπτοντας τις δικές της συναισθηματικές ανάγκες. Στην ελληνική οικογένεια όπως υποστηρίζει ο Ackerman (1958),  η σύζυγος έχει ικανοποιήσει το ρόλο της μητέρας όχι όμως και το ρόλο της συζύγου. Η μητέρα είναι υπερπροστατευτική προς το παιδί προσπαθώντας να αναπληρώσει την συζυγική της σχέση που πολλές φορές είναι χαμένη στο ξεκίνημά της ή χάνεται στη πορεία της.

Η εικόνα που έχει ο άνδρας για τον εαυτό του και οι άλλοι για εκείνον διαιωνίζουν την απομόνωσή του και την αναποτελεσματικότητά του στο κρίσιμο έδαφος των ενδοοικογενειακών σχέσεων. Ο  άνδρας, εσωστρεφής, κλεισμένος στον εαυτό του, αισθάνεται πικρία, οργή και θλίψη, ενώ η σύζυγος και τα παιδιά αισθάνονται έντονα την απουσία του.

Στις σύγχρονες κοινωνίες, η αστάθεια και η ασάφεια κάνουν την οικογένεια ως θεσμό μη λειτουργικό όπου οι προσωπικές επιδιώξεις των συντρόφων δημιουργούν μια αίσθηση ανασφάλειας. Έτσι μέσα από την δυσλειτουργία των ενδοοικογενειακών σχέσεων, το κόστος για τους συντρόφους και τα παιδιά είναι μεγάλο, αφού αυτοπαγιδεύονται και χάνουν την σωματική και ψυχική τους ηρεμία.

«Υπάρχει ακαμψία στο τρόπο που αλληλεπιδρούν τα μέλη της οικογένειας». Σύμφωνα με τον D.Reilly το οικογενειακό σύστημα είναι εκείνο που κάνει τα ευάλωτα μέρη να στραφούν σε εξαρτητικές συμπεριφορές.
«Στη σημερινή οικογένεια φαίνεται να υπάρχει μια συρρίκνωση των λειτουργιών της και η οικογένεια να γίνεται φορέας των αντιθέσεων και της ιδεολογικής σύγχυσης της κοινωνίας.»                                                                                                          
Οι στενοί συγγενικοί δεσμοί γίνονται σήμερα  χαλαροί έως και ανύπαρκτοι, ενώ η οικονομική παραγωγή από αυτόνομη που ήταν γίνεται τώρα εξαρτημένη από το κράτος ή την αυτοαπασχόληση.

Έτσι λοιπόν ένα παιδί όταν ζει σε οικογενειακές και κοινωνικές συνθήκες που προάγουν ψυχολογικά και κοινωνικά αδιέξοδα είναι επιρρεπές σε εξαρτητικές συμπεριφορές και συνήθειες, όπως κάποιες κοινωνικές δραστηριότητες ( διαδίκτυο , τυχερά παιχνίδια κλπ).

Ό εθισμός από το διαδίκτυο έχει άμεση σχέση με το χρόνο ενασχόλησης με το διαδίκτυο αλλά και την αύξηση του αισθήματος ικανοποίησης με την αύξηση του χρόνου χρήσης. Ο κρισιμότερος ίσως, ψυχολογικός, προβλέψιμος παράγοντας για τον εθισμό στο διαδίκτυο, είναι η ανάγκη μετριασμού έντονων αρνητικών συναισθημάτων (Morahan –Martin, 2005).

Αρνητικά συναισθήματα εμφανίζονται στα παιδιά εξαιτίας της σύγχυσης και της αντίφασης που επικρατεί ως προς τους ρόλους του πατέρα και της μητέρας αλλά και της απουσίας του ρόλου του πατέρα και της ανάληψης του εκ μέρους της μητέρας.
Έλλειψη οριοθέτησης και πλαισίου κανόνων λειτουργίας στην οικογένεια από τον πατέρα σημειολογικά και συμβολικά σημαίνει για τα παιδιά ασάφεια ως προς την συνεχή σύγχυση για το ποιος είναι ο ανδρικός και ποιος ο γυναικείος ρόλος, δηλαδή ακριβώς αυτό που δημιουργεί ανασφαλές οικογενειακό περιβάλλον και αρνητικά συναισθήματα.

Η μη διαχείριση αυτών των αρνητικών συναισθημάτων μπορεί να μπλοκάρει τους έφηβους, να μην τους δοθεί χώρος να εκφραστούν και να αναγκαστούν να αναζητήσουν τρόπους επικοινωνίας μέσω διαδικτύου. Η καθημερινή ενασχόληση μπροστά στην οθόνη των παιδιών σε ηλικία μάλιστα απαγορευτική δημιουργεί μεν μια ελπίδα επικοινωνίας, αλλά γεννά και το ερώτημα: Επικοινωνία με ποιους;                                                                                                 
Η επικινδυνότητα του άγνωστου και του απρόσωπου εγκυμονεί κινδύνους για τα παιδιά που τις περισσότερες φορές, εξαιτίας του ψηφιακού αναλφαβητισμού και της μη ανταπόκρισής τους στην πρόκληση των νέων τεχνολογιών οι γονείς δεν μπορούν να παρακολουθήσουν, και σταδιακά διαπιστώνουν πως έχουν χάσει τον έλεγχο με μη αναστρέψιμες, δυστυχώς, πολύ συχνά συνέπειες που αποδομούν τον οικογενειακό ιστό και οδηγούν σε ένα αμφίβολο μέλλον.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

·       Κατάκη Χ., ΜΟΒ ΥΓΡΟ, Ελληνικά γράμματα, Αθήνα, 2002.
·       Μαδιανός Μ., 1996, «ΚΟΝΩΝΙΑ ΚΑΙ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ» στο Εισαγωγή στην Ψυχιατρική, Τόμος Α΄, Καστανιώτης, 1996.
·       Μάτσα Κ., «ΨΑΞΑΜΕ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΚΑΙ ΒΡΗΚΑΜΕ ΣΚΙΕΣ…ΤΟ ΑΙΝΙΓΜΑ ΤΗΣ ΤΟΞΙΚΟΜΑΝΙΑΣ», «Η οικογένεια ως κλειστό σύστημα», 2002.

·       Τσαρδάκη Δ., «Διαδικασίες κοινωνικοποίησης», ΣΚΑΡΑΒΑΙΟΣ, 1984.

Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2016

O ρόλος του Κοινωνιολόγου στην Αστυνομία.

Του Θανάση Θεοφιλόπουλου,
μέλους συνδυασμού "Προοπτική για την Κοινωνιολογία".


Η αρχική εκδοχή του παρόντος άρθρου συνόδευε επιστολή του Συλλόγου Ελλήνων Κοινωνιολόγων προς το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη και το Αρχηγείο Ελληνικής Αστυνομίας (10/11/2011, α.π. 103/2011),
κατόπιν σχετικής άδειας του συγγραφέα του.

Οποιαδήποτε ικανοποιητική εξήγηση της φύσης του εγκλήματος πρέπει να είναι κοινωνιολογική, γιατί το τι είναι το έγκλημα εξαρτάται από τους κοινωνικούς θεσμούς μιας κοινωνίας.[1]

Στο Προεδρικό Διάταγμα για την ¨Επαγγελματική κατοχύρωση των πτυχιούχων των τμημάτων Κοινωνιολογίας¨[2] αναφέρεται, ότι ο/η Κοινωνιολόγος μπορεί ν’ απασχοληθεί, μεταξύ άλλων: ¨στις ένοπλες δυνάμεις και στα σώματα ασφαλείας, σε αντικείμενα σχετικά με τον τίτλο σπουδών τους.[3] Επιπλέον, σύμφωνα πάντα με το προαναφερθέν Προεδρικό Διάταγμα, ο/η Κοινωνιολόγος μπορεί, μεταξύ άλλων, να εργαστεί: ¨στα δικαστήρια όλων των βαθμίδων, ως σύμβουλοι για την ανάλυση κοινωνικών προβλημάτων των διαδίκων¨[4] καθώς και, ¨στα σωφρονιστικά ιδρύματα της χώρας, δημόσια και ιδιωτικά, ως σύμβουλοι, αναλυτές και εμψυχωτές σε αντικείμενα σχετικά με τον τίτλο σπουδών τους και τις εξειδικευμένες γνώσεις τους¨.[5]

Όσον αφορά την εργασία των κοινωνιολόγων στις υπηρεσίες δικαιοσύνης και δημόσιας τάξης, ο πρώην αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Συλλόγου Ελλήνων Κοινωνιολόγων, Νίκος Φακιολάς, πριν την υπογραφή του εν λόγω Προεδρικού Διατάγματος, είχε αναφέρει ότι:
¨Οργανικές θέσεις κοινωνιολόγων έχουν αναπτυχθεί τόσο σε κεντρικό επίπεδο όσο και σε διάφορα σωφρονιστικά καταστήματα, στην Υπηρεσία Επιμελητών Ανηλίκων, σε επιμελητείες ανηλίκων και σε άλλους φορείς αντιμετώπισης της παραβατικότητας νέων και ενηλίκων. Κοινωνιολόγοι με ειδίκευση στην εγκληματολογία συνεισφέρουν στην πρόληψη και την αντιμετώπιση της βίας και της παραβατικότητας και ορισμένοι συμβάλλουν στην εκπαίδευση, την ενημέρωση και κατάρτιση των εργαζομένων στα σώματα ασφαλείας. Ελάχιστοι εργάζονται σε φυλακές ή σε άλλους σωφρονιστικούς φορείς για τη μελέτη και το σχεδιασμό προγραμμάτων κοινωνικής επανένταξης νέων και ενηλίκων ή στους οργανισμούς προστασίας του παιδιού, κακοποιημένων γυναικών, υποστήριξης κοινωνικά αποκλεισμένων¨.[6]

Και παρακάτω:
¨Κοινωνιολόγοι απασχολούνται (…) επίσης σε άλλα σώματα ασφαλείας και σε φορείς προστασίας των κοινωνικών δικαιωμάτων¨.[7]

Στο άρθρο αυτό θ’ ασχοληθούμε αποκλειστικά με τη δυνατότητα απασχόλησης του/της Κοινωνιολόγου στην αστυνομία.

Η αναφορά στην εργασία των Κοινωνιολόγων στα σώματα ασφαλείας που περιλαμβάνεται στο Προεδρικό Διάταγμα περί των επαγγελματικών δικαιωμάτων των κοινωνιολόγων, είναι ιδιαίτερα ασαφής και γενικόλογη.  Αντιθέτως, ο Φακιολάς, γίνεται πιο συγκεκριμένος καθώς αναφέρεται στον ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει ο κοινωνιολόγος στην εκπαίδευση και στην κατάρτιση του αστυνομικού προσωπικού.
Επίσης, ο Φακιολάς αναφέρει ότι ¨Κοινωνιολόγοι με ειδίκευση στην εγκληματολογία συνεισφέρουν στην πρόληψη και την αντιμετώπιση της βίας και της παραβατικότητας¨[8].

Εδώ χρειάζεται μια πιο αναλυτική προσέγγιση, όσον αφορά το πρώτο πεδίο δράσης του κοινωνιολόγου στην αστυνομία, εκείνο του σχεδιασμού μιας αντεγκληματικής/εγκληματοπροληπτικής πολιτικής. Συγκεκριμένα, ο/η κοινωνιολόγος στην Αστυνομία - μέσω του θεωρητικού του υποβάθρου και, κυρίως, των στατιστικών, ποσοτικών (π.χ. σχεδιασμός/χορήγηση ερωτηματολογίων και αξιολόγηση/ερμηνεία αποτελεσμάτων) και ποιοτικών (π.χ. συνεντεύξεις) του μεθόδων – δύναται να ασχοληθεί με:
α. το σχεδιασμό, στη δημιουργία, στη λειτουργία και στη διαρκή αναβάθμιση σύγχρονης, ενιαίας ηλεκτρονικής βάσης δεδομένων και διασύνδεσης με αυτή μέχρι και του τελευταίου αστυνομικού τμήματος της χώρας, για την έγκυρη και έγκαιρη καταγραφή της εγκληματικότητας και, στη συνέχεια, στατιστική επεξεργασία των συλλεχθέντων δεδομένων και ερμηνεία των αποτελεσμάτων
β. τη διερεύνηση αιτίων εμφάνισης, αύξησης ή μείωσης συγκεκριμένων τύπων εγκληματικών πράξεων γενικά στη χώρα αλλά και ειδικότερα σε συγκεκριμένες
γ. τη διερεύνηση ύπαρξης συγκεκριμένου κοινωνικού/δημογραφικού προφίλ δράστη ανά τύπο εγκληματικής πράξης και παραγόντων που οδηγούν άτομα του συγκεκριμένου προφίλ στην τέλεση των συγκεκριμένων τύπων εγκληματικών πράξεων
δ. τον εντοπισμό οργανικών κενών ανά Τμήμα και Υπηρεσία και την διερεύνηση πιθανών αναγκών για επιπλέον προσλήψεις ή ανακατανομή ανθρώπινου δυναμικού με σκοπό την πλήρη αξιοποίηση των διαθέσιμων ανθρώπινων πόρων και την ενίσχυση Τμημάτων/υπηρεσιών που εμφανίζουν μεγαλύτερες ανάγκες
ε. τον σχεδιασμό στοχευμένων εκστρατειών ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης των πολιτών από την Αστυνομία, αναφορικά με την ασφάλεια αυτών και των οικιών τους, απαλλαγμένων από κάθε είδους στερεοτυπικές αντιλήψεις και προκαταλήψεις
Το αποτέλεσμα της κοινωνιολογικής μελέτης και έρευνας στην Αστυνομία, είναι η παραγωγή ολοκληρωμένων, αναλυτικών και τεκμηριωμένων προτάσεων για την εφαρμογή μιας πολυεπίπεδης αντεγκληματικής πολιτικής, με υψηλές πιθανότητες επιτυχίας.

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, ο/η Κοινωνιολόγος δύναται να συνεισφέρει στην εκπαίδευση και κατάρτιση των αστυνομικών. Πρόκειται για το δεύτερο πεδίο δράσης του κοινωνιολόγου εντός της αστυνομίας, την εκπαίδευση και κατάρτιση του αστυνομικού προσωπικού. Ποιο όμως θα είναι το αντικείμενο αυτών των εκπαιδεύσεων και καταρτίσεων; Ας δούμε μερικά παραδείγματα:
α. Εκπαίδευση Αστυνομικών όλων των παραγωγικών σχολών αλλά και Προγράμματα Επικαιροποίησης Γνώσεων Αποφοίτων (εν ενεργεία Αστυνομικών) στο αντικείμενο της εγκληματολογίας, της κοινωνιολογίας της παρέκκλισης, της ιστορίας και κοινωνιολογίας της τρομοκρατίας, της κοινωνιολογίας των σωμάτων ασφαλείας και της στρατιωτικής κοινωνιολογίας, της κοινωνιολογίας της μετανάστευσης και της μεταναστευτικής πολιτικής, της πολιτικής κοινωνιολογίας κ.ο.κ.
β. Προγράμματα συνεχούς κατάρτισης και ευαισθητοποίησης για την καλλιέργεια και ισχυροποίησης μιας δημοκρατικής και ανθρωπιστικής κουλτούρας εντός της Αστυνομίας και συγκεκριμένα:
Ø  Κατάρτιση και ευαισθητοποίηση σε ζητήματα προστασίας ανθρωπίνων δικαιωμάτων και διαπολιτισμική επιμόρφωση: τα ανθρώπινα δικαιώματα – ορισμός και διεθνείς συμβάσεις, μειονότητες – ορισμός και μειονοτικές ομάδες στην Ελλάδα, μορφές ρατσισμού (παραδοσιακός φυλετισμός, αντισημιτισμός, ομοφοβία, τρανσφοβία κλπ.) και γενεσιουργά αίτια, ξενοφοβία, μισαλλοδοξία, διακρίσεις και κοινωνικός αποκλεισμός.
Ø  Κατάρτιση και ευαισθητοποίηση σε ζητήματα προστασίας των δημοκρατικών ελευθεριών: βασικές έννοιες και στοιχεία πολιτεύματος (σύνταγμα, το πολίτευμα της χώρας, κράτος δικαίου κλπ.), σύγχρονη ελληνική ιστορία (με έμφαση στην εξέλιξη και στο ρόλο των σωμάτων ασφαλείας σε πολιτικές-κοινωνικές εξελίξεις και γεγονότα), μορφές εξουσίας και διάκριση εξουσιών, ελληνικοί και ευρωπαϊκοί θεσμοί.
Στόχος αυτών των προγραμμάτων κατάρτισης και ευαισθητοποίησης είναι η συμβολή στην καλλιέργεια μιας δημοκρατικής και ανθρωπιστικής  κουλτούρας εντός της αστυνομίας, με σκοπό την εφαρμογή του νόμου χωρίς διακρίσεις, την καταπολέμηση αντιλήψεων και νοοτροπιών για το ρόλο, τα δικαιώματα και τα καθήκοντα του αστυνομικού που παραβιάζουν τη διάκριση εξουσιών και δεν συνάδουν με την αποστολή του αστυνομικού εντός της σύγχρονης, φιλελεύθερης δημοκρατίας, την εξάλειψη κρουσμάτων αστυνομικής αυθαιρεσίας.

Το τρίτο πεδίο δράσης του/της Κοινωνιολόγου στο αστυνομικό σώμα, είναι η συνεχής μελέτη και αξιολόγηση των αντιλήψεων και των στάσεων του αστυνομικού προσωπικού απέναντι σε διάφορες πληθυσμιακές ομάδες αλλά και όσον αφορά το ρόλο του και τη θέση του εντός της κοινωνίας. Πιο αναλυτικά, ο/η Κοινωνιολόγος καλείται, μέσω των ποσοτικών ή/και ποιοτικών μεθόδων, να διερευνήσει:
α. τους λόγους για τους οποίους επιλέχθηκε η σταδιοδρομία στο αστυνομικό σώμα και τις αντιλήψεις όσον αφορά τα δικαιώματα και το πεδίο δράσης του αστυνομικού,
β. τις αντιλήψεις και στάσεις του αστυνομικού προσωπικού απέναντι σε συναδέλφους άλλου φύλου, ετερόθρησκων, διαφορετικού σεξουαλικού προσανατολισμού κλπ.,
γ.  την ύπαρξη ή μη ρατσιστικών (π.χ. αντισημιτικών, ομοφοβικών κλπ.) και αντιδημοκρατικών (π.χ. αυταρχικών, ακραία κατασταλτικών κλπ.) αντιλήψεων και στάσεων,
Η παραπάνω μελέτη και αξιολόγηση κρίνεται απαραίτητη για να επισημανθούν τυχόν κενά ή προβλήματα στην εκπαίδευση και κατάρτιση των αστυνομικών, αλλά και για την πρόληψη περιπτώσεων κατάχρησης εξουσίας και παραβατικής συμπεριφοράς του αστυνομικού προσωπικού. Πρόκειται για ενέργειες που παραβιάζουν τους νόμους της χώρας και στρέφονται κατά του κράτους δικαίου, ενώ ταυτόχρονα, συμβάλλουν στον κλονισμό της εμπιστοσύνης των πολιτών προς την Αστυνομία. Έτσι, καλλιεργείται ένα κλίμα γενικευμένης ανομίας και την (ανα)τροφοδοτούνται και διαιωνίζονται αρνητικά στερεότυπα  και προκαταλήψεις για όσους-ες υπηρετούν στο Αστυνομικό Σώμα.

Το τέταρτο πεδίο δράσης του/της Κοινωνιολόγου στο αστυνομικό σώμα, είναι η διάγνωση αναγκών του προσωπικού και οι συνθήκες εργασίας του. Συγκεκριμένα, ο/η Κοινωνιολόγος καλείται, μέσω των ποσοτικών ή/και ποιοτικών μεθόδων, να διερευνήσει:
α. την πιθανή ύπαρξη προσωπικών προβλημάτων που επηρεάζουν ή δύνανται να επηρεάσουν αρνητικά την απόδοση κατά την εκτέλεση καθηκόντων (π.χ. οικογενειακά προβλήματα, οικονομικά προβλήματα, προβλήματα υγείας κ.λπ.)
β. την πιθανή εμφάνιση συμπτωμάτων εργασιακής εξουθένωσης (σύνδρομο burn out)
γ. τον βαθμό ικανοποίησης ή δυσαρέσκειας του προσωπικού από τις συνθήκες εργασίας του (π.χ. χώρος εργασίας, παρεχόμενος εξοπλισμός σχέσεις με συναδέλφους και ανωτέρους ιεραρχικά, οικονομικές απολαβές, προοπτικές ιεραρχικής ανέλιξης, κ.λπ.).
Αναλόγως των αποτελεσμάτων των διερευνητικών του ενεργειών, ο/η Κοινωνιολόγος την παραπομπή του/της αστυνομικού σε ειδικό επιστήμονα (π.χ. Ψυχολόγο[9]), την χορήγηση ειδικών αδειών, την μετακίνησή του σε άλλο Τμήμα/υπηρεσία κ.λπ.
Τελικά – και κυρίως- έπειτα από την συγκέντρωση αντιπροσωπευτικού δείγματος και την αξιολόγηση των συλλεχθέντων δεδομένων, μπορεί να σχεδιάσει και να εισηγηθεί συγκεκριμένα μέτρα για την άμεση βελτίωση των συνθηκών εργασίας, με στόχο την αύξηση της αποδοτικότητας των υπηρετούντων στην Αστυνομία.

Κλείνοντας, πρέπει να επισημανθεί ότι αν και προϊόντα της καλπάζουσας τεχνολογικής εξέλιξης τίθενται όλο και πιο πολύ στις υπηρεσίες δίωξης του εγκλήματος, συνεισφέροντας σε σημαντικό βαθμό στην εξιχνίαση υποθέσεων και στη σύλληψη εγκληματιών, την ίδια στιγμή –αν όχι με ταχύτερους ρυθμούς- το έγκλημα βρίσκει και εφευρίσκει διαρκώς νέες μεθόδους και νέα πεδία εγκληματικής δράσης, «αχρηστεύοντας» έτσι τη βελτίωση της τεχνολογικής υποδομής και της αύξησης των κατασταλτικών μέτρων της αστυνομίας. Για μια πιο επιτυχή και πιο ουσιαστική αντιμετώπιση του εγκλήματος, η Πολιτεία χρειάζεται να δώσει έμφαση στην πρόληψη του εγκλήματος,  στη διερεύνηση των ποικίλων παραγόντων που ωθούν κάποιον στο έγκλημα και στην υιοθέτηση παραβατικής συμπεριφοράς και όχι μόνο ή κυρίως στην καταστολή του εγκλήματος, στη δημιουργία μιας σχέσης εκτίμησης και εμπιστοσύνης ανάμεσα στην αστυνομία και στην κοινωνία και όχι στη συνέχιση της (ανα)παραγωγής στερεοτύπων και φοβιών για τη θέση, τη δράση και το ρόλο της αστυνομίας, στη συνεχή και ποιοτική εκπαίδευση και κατάρτιση των αστυνομικών και όχι μόνο στον οπλισμό,  στη συνεχή μέριμνα για το ανθρώπινο δυναμικό και τις συνθήκες εργασίας του και όχι στη εγκατάλειψη του σε επικίνδυνο, στρεσογόνο περιβάλλον. Η στελέχωση της αστυνομίας με Κοινωνιολόγους είναι ένα μέτρο προς τη σωστή κατεύθυνση.




[1] Giddens A., Κοινωνιολογία, μετάφρ. – επιμέλ. Τσαούσης Δ. Γ., Gutenberg, Αθήνα, 2002, σ. 254.
[2] ΦΕΚ 199/01-10-2009, Προεδρικό Διάταγμα 159/2009.
[3] στο ίδιο, Άρθρο 1, Παρ. η΄.
[4] στο ίδιο, Άρθρο 1, Παρ. ια΄.
[5] στο ίδιο, Άρθρο 1, Παρ. ιβ΄.
[6] Φακιολάς Νίκος, «Τομείς απασχόλησης των κοινωνιολόγων», Σύλλογος Ελλήνων Κοινωνιολόγων, http://www.sociology.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=26&Itemid=117, τελευταία είσοδος 08/07/2011 (καταργημένη ιστοσελίδα).
Αναδημοσιεύεται στο Σύλλογος Ελλήνων Κοινωνιολόγων – Παράρτημα Θεσσαλονίκης, «Κώδικας Επαγγελματικής Δεοντολογίας», http://www.thess-sociologists.com/, τελευταία είσοδος 01 Δεκεμβρίου 2016.
[7] στο ίδιο, τελευταία είσοδος 22 Σεπτεμβρίου 2011.
[8] στο ίδιο, τελευταία είσοδος 22 Σεπτεμβρίου 2011.
[9] Η πρόσληψη ψυχολόγων στην αστυνομία είναι απαραίτητη για ποικίλους λόγους:
α. την ψυχολογική υποστήριξη του αστυνομικού προσωπικού, καθώς το αστυνομικό επάγγελμα είναι εξαιρετικά επικίνδυνο, ψυχοφθόρο, στρεσογόνο,
β. την άμεση παροχή ψυχολογικής υποστήριξης θυμάτων εγκληματικών ενεργειών (π.χ. τρομοκρατίας, βιασμού κ.λπ.),
γ. την τακτική ψυχολογική αξιολόγηση του αστυνομικού προσωπικού, ώστε να εξακριβώνεται κατά πόσο είναι σε θέση να ασκήσουν τα ιδιαίτερα απαιτητικά καθήκοντά τους και να φέρουν εις πέρας τη δύσκολη αποστολή τους, χωρίς να καταφύγουν σε ακραίες και παράνομες συμπεριφορές (π.χ. παράνομη οπλοχρησία, παράνομη άσκηση βίας κ.λπ.) οι οποίες μπορούν να οδηγήσουν ακόμα και σε αφαίρεση ανθρώπινων ζωών,
δ. την ψυχολογική αξιολόγηση κατηγορούμενων για αξιόποινες πράξεις, ώστε να διαπιστωθεί αν χρειάζονται ή όχι ειδική μεταχείριση (π.χ. κράτηση σε ψυχιατρικό ίδρυμα κ.λπ.), ε. την σκιαγράφηση του ψυχολογικού προφίλ των καταζητούμενων εγκληματιών συγκεκριμένων κατηγοριών (π.χ. κατά συρροή δολοφόνοι, απαγωγείς, κ.λπ.) ώστε οι αστυνομικές αρχές να είναι σε θέση να κατανοήσουν και να ερμηνεύσουν τόσο τα κίνητρα όσο και τις πιθανές επόμενες κινήσεις του δράστη.