Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στέλλα Νιώτη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στέλλα Νιώτη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2016

Ο ρόλος του Κοινωνιολόγου στους ελεγκτικούς μηχανισμούς για την αντιμετώπιση της διαφθοράς.

Της Στέλλας Νιώτη,
μέλους συνδυασμού "Προοπτική για την Κοινωνιολογία"


1) Εισαγωγή.
Στην τρέχουσα πολιτική ορολογία, που, σε πολλές περιπτώσεις, επικαθορίζεται από τους νομικούς ορισμούς και ρυθμίσεις, η διαφθορά έχει συνδεθεί με τα φαινόμενα δωροδοκίας, τα οποία, σύμφωνα με το επίσημο αφήγημα, προκαλούν οι δημόσιοι λειτουργοί κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Σε αυτή τη διάσταση, η διαφθορά λαμβάνει τη σημασία της κατάχρησης ανατεθειμένης εξουσίας με σκοπό το προσωπικό όφελος. Σε ένα πρώτο επίπεδο λοιπόν, μπορεί να υποστηριχθεί ότι, παρόλο που η ανατεθειμένη εξουσία αναφέρεται ή υποδεικνύει το εξουσιαστικό πεδίο, εκεί δηλαδή όπου λαμβάνονται οι αποφάσεις των οργάνων εξουσίας, η κατάχρησή της αντιμετωπίζεται, περιοριστικά, στα εκτελεστικά της όργανα, τους δημόσιους λειτουργούς. Ακολούθως, η πάταξη της διαφθοράς εξειδικεύεται στη σχέση του δημόσιου λειτουργού με το κράτος και, έτσι, απομπλέκεται από τις δομικές αναφορές της, τις σχέσεις της με το πολιτικό-οικονομικό εποικοδόμημα. 

2)  Η διαφθορά ως πρόβλημα της δημόσιας διοίκησης και η στελέχωση των ελεγκτικών σωμάτων.
Η διαφθορά ως έννοια έχει πολύ ευρύτερη σημασία και νοηματοδοτεί τις συνέπειες ενός ανήθικου τρόπου ζωής (σ: η έννοια αρχικά προσδιόρισε την πρόκληση σεξουαλικής βλάβης ή την ανήθικη έκθεση του φύλου), οι εκδηλώσεις του οποίου περιλαμβάνουν τη δημόσια και ιδιωτική σφαίρα, αγκαλιάζοντας όλους τους τομείς της ατομικής, οικογενειακής, οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής δραστηριότητας του ανθρώπου ιδιώτη, οικογενειάρχη, επαγγελματία, πολίτη και πολιτικού. Σε αυτή τη βάση η σημασία της διαφθοράς διαστέλλεται, αναφερόμενη στην παραβίαση όλων των ηθικών και νομικών κανόνων.

Αυτό σημαίνει ότι ακόμα και ο λειτουργικός περιορισμός της διαφθοράς στην αντιμετώπιση των φαινομένων της δωροδοκίας ή άλλης παράνομης συμπεριφοράς που διαπράττουν δημόσιοι λειτουργοί κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, θα έπρεπε να λαμβάνει υπόψη της τις βασικές παραμέτρους του προβλήματος, ήτοι την παραβίαση των ηθικών και νομικών κανόνων. Εν τούτοις, ο εντοπισμός του προβλήματος στη δημόσια διοίκηση και, σε ένα δεύτερο επίπεδο, η αποσύνδεση της κακοδιοίκησης, και των δομικών συμφραζομένων της, από τη διαφθορά καθόρισαν, σε μεγάλο βαθμό και με μια στενή αντίληψη, τη σύσταση και τη στελέχωση των ελεγκτικών σωμάτων. Η έμφαση στη διοικητική- οικονομική διάσταση του ελεγκτικού έργου και, επακόλουθα, ο περιορισμός στην αναζήτηση ευθυνών στο πειθαρχικό και ποινικό επίπεδο, προσανατόλισαν μονομερώς τη στελέχωση των περισσότερων ελεγκτικών σωμάτων, κυρίως του Σώματος Ελεγκτών-Επιθεωρητών Δημόσιας Διοίκησης (ΣΕΕΔΔ), με αποφοίτους νομικής, διοικητικής, οικονομικής και πολιτικής επιστήμης. Οι απόφοιτοι Κοινωνιολογίας εξαιρούνται, ακόμα και στο πλαίσιο της άσκησης διοικητικού έργου, καθότι θεωρείται ότι δεν εμπλέκονται ουσιαστικά σε αυτό και, επομένως, δεν μπορούν ή αδυνατούν να το ελέγξουν.

3) Η περίπτωση του Σώματος Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας και Πρόνοιας (ΣΕΥΥΠ): Ο Κοινωνιολόγος ως Επιθεωρητής.
Η στελέχωση του ΣΕΥΥΠ αποτελεί εξαίρεση στην παραπάνω πρακτική και στη στελέχωση του Τομέα Ελέγχου Φορέων Πρόνοιας περιλαμβάνονται και οι απόφοιτοι Κοινωνιολογίας για τις θέσεις των Κοινωνικών Επιθεωρητών. Η δυνατότητα αυτή, σε συνδυασμό με τη διακριτή λειτουργία του επαγγελματία Κοινωνιολόγου, που συνδέεται με μια δομιστική αντίληψη της δημόσιας διοίκησης και των φορέων και υπηρεσιών της, επανατοποθετούν τη διαφθορά στο ευρύτερο πλαίσιο της παραβίασης των ηθικών και νομικών κανόνων και συγκεκριμενοποιούν το παραγόμενο ελεγκτικό έργο ως προς τη σχέση  της κακοδιοίκησης με τη διαφθορά.

Η συγκεκριμενοποίηση του ελεγκτικού έργου από την πλευρά του Κοινωνιολόγου- Επιθεωρητή αποτελεί συνέπεια του προσδιορισμού της ελεγκτικής διαδικασίας ως μέσου κοινωνικού ελέγχου. Στο πλαίσιο αυτό η ελεγκτική διαδικασία αποσκοπεί στη «διαπίστωση της συμβατής ή μη σχέσης του ισχύοντος κανονιστικού πλαισίου (νόμος, υπουργική απόφαση, οργανισμός λειτουργίας, εσωτερικός κανονισμός) με τις συνθήκες που διαμορφώνουν την καθημερινότητα των σχέσεων και των λειτουργιών σε μια οργανική μονάδα, εν προκειμένω ένα φορέα υγείας ή πρόνοιας του δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα, βάσει των οποίων καθορίζεται η συμπεριφορά των δημόσιων λειτουργών και των διοικητικών οργάνων» (Σ. Νιώτη, 2016).

Στην περίπτωση του διοικητικού ελέγχου, σε κλιμάκια του οποίου μετέχει ο Κοινωνιολόγος- Επιθεωρητής, σκοπός των συμπερασμάτων και των προτάσεων που κατατίθενται προς υλοποίηση είναι η προσδοκία της μεταβολής συμπεριφορών και λειτουργιών που αξιολογούνται ότι αποκλίνουν από το θεσμικό πλαίσιο. Στην περίπτωση της ένορκης διοικητικής εξέτασης και της προκαταρκτικής εξέτασης, σε κλιμάκια των οποίων επίσης μετέχει ο Κοινωνιολόγος- Επιθεωρητής, οι διαπιστώσεις και τα συμπεράσματα συνδέονται με τη διαπίστωση πειθαρχικών παραπτωμάτων και ποινικών ευθυνών, εφόσον διαπιστώνεται ότι συγκεκριμένες λειτουργίες, συμπεριφορές ή πράξεις εμμένουν σ’ ένα πλαίσιο παρατυπίας ή παραβατικότητας, με πειθαρχικές ή ποινικές διαστάσεις.

4) Η ελεγκτική διαδικασία και οι μέθοδοι της ποιοτικής έρευνας.
Η ελεγκτική διαδικασία, επομένως και η προκαταρκτική εξέταση,  από την άποψη της μεθοδολογίας, εμπίπτουν στην κατηγορία της διεπιστημονικής έρευνας, «γιατί διάφοροι ειδικοί [σ: διοικητικοί υπάλληλοι-νομικοί, πολιτικοί επιστήμονες, κοινωνιολόγοι, μηχανικοί, μηχανολόγοι, κ.ά.- και υγειονομικοί υπάλληλοι-γιατροί, φαρμακοποιοί, επαγγελματίες υγείας] αποδέχονται κοινές υποθέσεις εργασίας και κοινές ερευνητικές μεθόδους και καταλήγουν στην παρουσίαση κοινών πορισμάτων» (Χ. Ζαραφωνίτου, 1995:17). Οι μέθοδοι και οι τεχνικές που εφαρμόζονται για τη συλλογή των στοιχείων εντάσσονται στα εργαλεία της ποιοτικής έρευνας, γιατί αυτό που στην πραγματικότητα ζητείται είναι η διαπίστωση, η ερμηνεία και η εξήγηση, προκειμένου να απαντηθούν τα ερωτήματα «τι έχει συμβεί, πως και γιατί;», από ποιους (J. Mason, 2003:22-25).

Η συλλογή των στοιχείων, σε πολλές περιπτώσεις, ακολουθεί τους κανόνες παραγωγής ποιοτικών δεδομένων, με κύριες τεχνικές την παρατήρηση, στην οποία στηρίζονται η αυτοψία και ο επιτόπιος έλεγχος, τη συνέντευξη, που, ειδικά στις περιπτώσεις της Ένορκης Διοικητικής Εξέτασης και της Προκαταρκτικής Εξέτασης, λαμβάνει τη μορφή της ένορκης ή ανωμοτί εξέτασης μαρτύρων, και τα γραπτά ή οπτικά τεκμήρια, κυρίως τις υπουργικές αποφάσεις, τις εγκυκλίους, τα ενδοϋπηρεσιακά έγγραφα, τα αρχεία, τα βιβλία και τα μητρώα του ελεγχόμενου φορέα, αλλά και φωτογραφικό ή άλλο έντυπο υλικό που αυτός χρησιμοποιεί ή διατηρεί.

Η χρήση των παραπάνω στοιχείων, στο πλαίσιο της ελεγκτικής διαδικασίας, διέπεται από οντολογικές και επιστημολογικές θέσεις και προσεγγίσεις που συναντώνται ευρύτερα στις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες, ακριβώς επειδή αποδίδεται κεντρική σημασία στις διαδράσεις, τις πράξεις, τις συμπεριφορές, τις ερμηνείες και τις ενέργειες που συνθέτουν το πλέγμα των τυπικών και άτυπων διαδικασιών και σχέσεων που διαμεσολαβούνται σε θεσμοθετημένες δομές. Το αποτέλεσμα της ελεγκτικής διαδικασίας, όπως αποτυπώνεται στις εκθέσεις ελέγχου ή τις αιτιολογικές εκθέσεις, αναφέρεται σε έναν αναλυτικό, αποδεικτικό και επεξηγηματικό λόγο.

5) Επίλογος: Η συμβολή του Κοινωνιολόγου στην ελεγκτική διαδικασία για την αντιμετώπιση της κακοδιοίκησης και της διαφθοράς.
Η επιστημονική ενασχόληση του Κοινωνιολόγου με ολιστικά φαινόμενα, όπως η κοινωνική δομή και τα πλέγματα των τυπικών και άτυπων σχέσεων που αναπτύσσονται περί αυτή, αποτελεί το βασικό και διαφοροποιητικό στοιχείο της λειτουργίας του σε έναν ελεγκτικό μηχανισμό. Ο Κοινωνιολόγος μπορεί να αντιλαμβάνεται και αντιμετωπίζει τον ελεγχόμενο φορέα ως δομή και να διενεργεί τον έλεγχο με ολιστική αντίληψη, εξετάζοντας παράλληλα το θεσμικό πλαίσιο, την οργάνωση, τη διοίκηση, τη στελέχωση, την οικονομική διαχείριση, το εργασιακό πλαίσιο και περιβάλλον, την πληρότητα και επάρκεια των παρεχόμενων υπηρεσιών, καταλήγοντας σε διαπιστώσεις, συμπεράσματα και προτάσεις σχετικά με την επάρκεια, την τήρηση της νομιμότητας και της εύρυθμης λειτουργίας ή της ικανότητας προσαρμογής σε νέες συνθήκες ή θεσμικές ρυθμίσεις. Με αυτό τον τρόπο, η διασύνδεση και η από κοινού εξέταση της κακοδιοίκησης και της διαφθοράς, και της μεταξύ τους σχέσης, καθιστούν πιο εφικτή την αναδιοργάνωση της δημόσιας διοίκησης και τη ρύθμιση της τυπικής συμπεριφοράς των δημόσιων λειτουργών και των διοικητικών οργάνων.

Εν τέλει, η εμπειρία από τη λειτουργία του Κοινωνιολόγου- Επιθεωρητή στο ΣΕΥΥΠ ενισχύει τα επιχειρήματα για τη στελέχωση των ελεγκτικών σωμάτων και με αποφοίτους Κοινωνιολογίας, ώστε το παραγόμενο ελεγκτικό έργο να απαντά διεξοδικά στις συνθήκες που δημιουργούν τα φαινόμενα της κακοδιοίκησης και της διαφθοράς στη δημόσια διοίκηση, με σκοπό τη δραστική αντιμετώπισή τους.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

·       Ζαραφωνίτου, Χ. (1995) Εμπειρική Εγκληματολογία, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα.
·       Mason, J. (2003) Η διεξαγωγή της ποιοτικής έρευνας, μτφρ. Ε. Δημητριάδη, επ. επιμ. Ν. Κυριαζή, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα.
·       Νιώτη, Σ. (Μάιος 2016) Η προκαταρκτική εξέταση και ο ρόλος του ειδικού ανακριτικού υπαλλήλου: Η εμπειρία από το ΣΕΥΥΠ, εισήγηση στο συνέδριο «Εξουσίες, Επιστημονική Ουδετερότητα και Εγκληματολογικός Λόγος, 50 Χρόνια Howard Becker: “Whose side are we on?”», Ελληνική Εταιρεία Μελέτης του Εγκλήματος και του Κοινωνικού Ελέγχου (ΕΕΜΕΚΕ).




Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2016

H εξέταση αιτημάτων ασύλου και ο ρόλος του Κοινωνιολόγου.

Της Στέλλας Νιώτη,
μέλους συνδυασμού "Προοπτική για την Κοινωνιολογία".


Η εξέταση αιτημάτων ασύλου από τις αρχές της Ελλάδας είναι μια διαδικασία στην οποία μόλις τα τελευταία χρόνια, από το 2013 και μετά, με τον Ν. 3907/2011 και το Π.Δ. 113/2013, εμπλέκονται, κυρίως, πολιτικοί υπάλληλοι. Η Υπηρεσία Ασύλου και η Αρχή Προσφυγών συστάθηκαν με τη μορφή δημοσίων υπηρεσιών- Διευθύνσεων στο υπουργείο Προστασίας του Πολίτη (και σήμερα στο υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής) και στο οργανόγραμμά τους περιλαμβάνονται δύο κύριοι κλάδοι, των χειριστών (Α βαθμός- Υπηρεσία Ασύλου) και των εμπειρογνωμόνων- εισηγητών (Β βαθμός- Αρχή Προσφυγών). Οι δύο κλάδοι στελεχώνονται από πτυχιούχους νομικής, κοινωνιολογίας, κοινωνικής ανθρωπολογίας, ψυχολογίας, διοικητικής επιστήμης, κοινωνικής εργασίας κ.ά. Παρά το γεγονός, λοιπόν, ότι θέσεις Κοινωνιολόγων δεν περιλαμβάνονται ούτε προβλέπονται ρητά στα οργανογράμματα αυτών των υπηρεσιών, υπηρετούν λίγοι Κοινωνιολόγοι, κυρίως, ως εμπειρογνώμονες- εισηγητές στην Αρχή Προσφυγών.

Το βασικό πλαίσιο του θέματος, όπως αναφέρεται και στον τίτλο, είναι η εξέταση του ρόλου του Κοινωνιολόγου στην Υπηρεσία Ασύλου και την Αρχή Προσφυγών. Η προσέγγιση του θέματος επιχειρείται από την περιγραφή του αντικειμένου των χειριστών και των εμπειρογνωμόνων- εισηγητών, τις απαιτήσεις και τις δεξιότητές των ρόλων, τα εργαλεία των υπηρεσιών και τις δυσχέρειες που προκύπτουν στην εξέταση αιτημάτων ασύλου, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις επιστημόνων και επαγγελματιών που δεν διαθέτουν το ειδικό γνωστικό ή γνωσιακό υπόβαθρο της Κοινωνιολογίας. Ακολούθως, τα αντικείμενα των παραπάνω υπηρεσιών επιχειρείται να συνδεθούν με τις μεθόδους της ποιοτικής έρευνας και για τον λόγο αυτό εξετάζονται τα ειδικότερα ζητήματα που ανακύπτουν σχετικά με την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των πηγών και των ισχυρισμών των αιτούντων άσυλο, στο πλαίσιο της άσκησης των καθηκόντων δημόσιων λειτουργών που, στην πλειονότητα των περιπτώσεων δεν είναι Κοινωνιολόγοι.

Η εξέταση αιτημάτων ασύλου, στον Α και Β βαθμό, δεν αποτελεί μια τυπική διαδικασία, εφόσον εμπλέκει τον αιτούντα άσυλο και τον δημόσιο λειτουργό και προϋποθέτει τη διαρκή αλληλόδρασή τους, σε όλα τα στάδια της, μέχρι την απόφαση ή την εισήγηση προς την επιτροπή, στην Αρχή Προσφυγών. Βασικά εργαλεία στην εξέταση αιτημάτων ασύλου αποτελούν η συνέντευξη και η έρευνα για την αναζήτηση στοιχείων και πληροφοριών σχετικά με τις συνθήκες στις χώρες προέλευσης των αιτούντων άσυλο (Country Original Information-COI). Η συνέντευξη με τον αιτούντα και η έρευνα για τις χώρες καταγωγής (COI) δεν αποτελούν συνήθεις διοικητικές διαδικασίες και για τον λόγο αυτό προβλέπεται η διαρκής εκπαίδευση και ενημέρωση του υπηρετούντος προσωπικού. Παρά το γεγονός ότι η υπηρεσιακή εκπαίδευση, μέσω της οποίας αποκτούνται και καλλιεργούνται οι δεξιότητες του υπηρετούντος προσωπικού, και η διαρκής εμπειρία του αντικειμένου καλύπτουν, σε ένα βαθμό, βασικές γνωστικές ελλείψεις ή ανεπάρκειες, εν τούτοις δεν μπορεί να μη διαπιστωθούν είτε τα κενά και οι παραλείψεις που οφείλονται στη μη κατανόηση των μεθόδων και των εργαλείων, είτε, από την άλλη, η περιορισμένη ικανότητα του χειρισμού εξαιτίας της μη εμβάθυνσης στα εργαλεία της κοινωνιολογικής μεθόδου και της ποιοτικής έρευνας.

Η συνέντευξη με τον αιτούντα άσυλο και η έρευνα πληροφοριών στις χώρες καταγωγής (COI) στηρίζονται στις μεθόδους της ποιοτικής έρευνας, τη συνέντευξη και την ανάλυση περιεχομένου και λόγου. Η ικανότητα του συνεντευκτή- χειριστή να περνά από τη δομημένη, στην ημιδομημένη συνέντευξη και τον ελεύθερο διάλογο με τον αιτούντα άσυλο, προκειμένου να ακούσει και να κατανοήσει τη βάση των ισχυρισμών  του, σχετικά με τους λόγους εξαιτίας των οποίων εγκατέλειψε την χώρα του, και ταυτόχρονα να αποφασίσει για την αξιοπιστία τους, ελέγχοντας την εσωτερική συνοχή του λόγου και την αληθοφάνεια των επιχειρημάτων προϋποθέτει ενδελεχή γνώση και εμβάθυνση στις μεθόδους της ποιοτικής έρευνας και, ειδικότερα, την ανάλυση λόγου. Σε αντίστοιχο πλαίσιο, η έρευνα πληροφοριών στις χώρες καταγωγής (COI) προϋποθέτει την βαθειά γνώση και την αποκτημένη δεξιότητα της αξιολόγησης της αξιοπιστίας των χρησιμοποιούμενων πηγών. Το γεγονός ότι οι υπηρεσίες παρέχουν στους χειριστές και τους εμπειρογνώμονες- εισηγητές τις βασικές κατευθύνσεις τόσο για τα είδη των πηγών που μπορούν να χρησιμοποιηθούν όσο και για την εκτίμηση της αξιοπιστίας των στοιχείων και των πληροφοριών τους δεν διευκολύνει, σε όλες τις περιπτώσεις των εξεταζομένων υποθέσεων, την αξιολόγησή τους, καθότι απουσιάζει η βασική γνώση της μεθόδου. Η ορθή αξιολόγηση της αξιοπιστίας των πηγών και των πληροφοριών αποτελεί μια πρόσθετη δυσχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις χωρών για τις οποίες δεν υπάρχουν επαρκή διαθέσιμα στοιχεία και η έρευνα για την αναζήτησή τους θα πρέπει να επεκταθεί και σε άλλους συνδέσμους. Σε αυτές τις περιπτώσεις η κρίση του χειριστή ή του εμπειρογνώμονα-εισηγητή αποτελεί το καθοριστικό στοιχείο και θα πρέπει να στηρίζεται σε ένα αποκτηθέν γνωστικό ή γνωσιακό υπόβαθρο. Αντίστοιχες δυσχέρειες προκύπτουν σε εξεταζόμενες υποθέσεις που ο βασικός ισχυρισμός και η «απόδειξη» του βάσιμου και δικαιολογημένου φόβου δίωξης δεν αφορά τους «πέντε λόγους» της Σύμβασης της Γενεύης-διώξεις για λόγους πολιτικών, θρησκευτικών, φύλου ( ή σεξουαλικού προσανατολισμού), εθνικότητας ή ένταξης σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα-, αλλά ωστόσο πρέπει να εξεταστεί, γιατί ενδεχόμενα αποτελεί λόγο δίωξης, θεωρούμενη σε ένα σημασιολογικό ευρύτερο πλαίσιο, και δεν υπάρχουν διαθέσιμες αξιόπιστες πηγές ή στοιχεία. Σε αυτές τις περιπτώσεις ο ρόλος του χειριστή ή του εμπειρογνώμονα- εισηγητή δυσχεραίνεται, ιδιαιτέρως αν δεν υπάρχει εξειδικευμένο γνωστικό υπόβαθρο.

Συνεχίζοντας την καταγραφή των δυσχερειών που προκύπτουν στην εξέταση αιτημάτων ασύλου έχει σημασία να αναφερθεί η αξιολόγηση της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του αιτούντα συσχετιζόμενη με τις πληροφορίες που αντλήθηκαν από την έρευνα για την χώρα καταγωγής τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Η ταυτοποίηση των στοιχείων, των πληροφοριών και των ισχυρισμών του αιτούντα άσυλο, σχετικά με την προσωπική του κατάσταση, την εθνικότητα, τις υποκειμενικές και αντικειμενικές συνθήκες ζωής του στην χώρα καταγωγής, καθώς και τον φόβο να διωχθεί από τις αρχές της, εξαιτίας του οποίου την εγκατέλειψε, είναι ζητήματα που απασχολούν τον χειριστή, του Α βαθμού, και τον εμπειρογνώμονα-εισηγητή, του Β βαθμού, ιδίως στο τελικό στάδιο της διαδικασίας, όπου θα πρέπει να διαπιστωθεί η εσωτερική συνοχή, η αληθοφάνεια και η αξιοπιστία του λόγου του, που θα καταλήξει σε μια επαρκώς αιτιολογημένη απόφαση ή εισήγηση.

Η εξέταση των αιτημάτων ασύλου εμπλέκει, ή θα έπρεπε να περιλαμβάνει και να εμπλέκει τον Κοινωνιολόγο σε όλα τα στάδια, στον Α και Β βαθμό εξέτασης, τη συνέντευξη, την έρευνα για τις πληροφορίες της χώρας καταγωγής (COI), την απόφαση και την εισήγηση προς την επιτροπή του Β βαθμού, την Αρχή Προσφυγών, δεδομένου ότι οι διαδικασίες αυτές, όπως αναλύθηκε παραπάνω, στηρίζονται στα εργαλεία της κοινωνιολογικής μεθόδου και ειδικότερα την ποιοτική έρευνα. Η απασχόληση του Κοινωνιολόγου σε αυτά τα αντικείμενα-πεδία συνδέεται αφενός με τη διασφάλιση της ορθής κρίσης και της δίκαιης αξιολόγησης των εξεταζόμενων υποθέσεων, όσο και με τον ευρύτερο σχεδιασμό των υπηρεσιών Ασύλου και της Αρχής Προσφυγών, ειδικά κατά το σκέλος της οργάνωσης των δικτύων και των συνδέσμων παροχής αξιόπιστων στοιχείων και πληροφοριών από τις χώρες καταγωγής, όπως άλλωστε συμβαίνει σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου λειτουργούν οργανωμένες υπηρεσίες πληροφοριών για τις χώρες καταγωγής (COI). Ειδικότερα η απασχόληση Κοινωνιολόγων και Κοινωνικών Ανθρωπολόγων στον τομέα των πληροφοριών για τις χώρες καταγωγής και η ενασχόλησή τους με τα πεδία της ποιοτικής έρευνας μπορούν να παράσχουν αποτελεσματικά εργαλεία τόσο για τη διευκόλυνση της προσαρμογής και της κοινωνικής ένταξης των προσφύγων στην χώρα καταφυγής, όσο και για τη μετεγκατάστασή τους, εφόσον ή οποτεδήποτε αυτό κριθεί ασφαλές, στις χώρες καταγωγής.

Η απασχόληση του Κοινωνιολόγου στις υπηρεσίες Ασύλου και της Αρχής Προσφυγών μπορεί επίσης να λειτουργήσει ως διάμεσο για την υποβοήθηση των όρων κοινωνικής ένταξης των ατόμων στα οποία χορηγείται καθεστώς ασύλου ή επικουρικής προστασίας, για όσο χρονικό διάστημα κριθεί ότι συντρέχει ο βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος ότι θα υποστούν διώξεις αν επιστρέψουν στις χώρες καταγωγής. Στο βαθμό που οι υπηρεσίες Ασύλου και της Αρχής Προσφυγών αποτελούν τους βασικούς σταθμούς στη διαδικασία της νόμιμης παραμονής των προσφύγων στην χώρα μπορούν να οργανωθούν, στελεχωμένες με Κοινωνιολόγους, Κοινωνικούς Ανθρωπολόγους, Κοινωνικούς Ψυχολόγους και επαγγελματίες της πρώτης γραμμής (Κοινωνικούς Λειτουργούς), ώστε να σχεδιάζουν και να κατευθύνουν τη διοχέτευσή τους σε παρεχόμενες υπηρεσίες κοινωνικής, εργασιακής, εκπαιδευτικής, υγειονομικής και πολιτιστικής ένταξης.


Καταλήγοντας η απασχόληση του Κοινωνιολόγου με τους πρόσφυγες, στην υπηρεσία Ασύλου και την Αρχή Προσφυγών, αφορά, κατ’ ουσία, όλα τα στάδια, από την εξέταση των αιτημάτων ασύλου, με τη συνέντευξη, τις πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής, την απόφαση ή την εισήγηση, την κοινωνική ένταξη, την προσαρμογή ή τη μετεγκατάσταση, στο βαθμό που οι διαδικασίες αυτές δεν περιορίζονται στον προϊόν της δίκαιης (ή δικαιϊκής) απόφασης, αλλά συνεξετάζουν τους υποκειμενικούς και αντικειμενικούς παράγοντες της υπόθεσης, κατ’ εφαρμογήν ενός, ουσιαστικά, εθιμικού δικαίου που χαίρει της διεθνούς αναγνώρισης και έχει εγκριθεί από 116 χώρες μέλη του ΟΗΕ, όπως η Συνθήκη της Γενεύης.